Ρώμη

I
(Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α.
1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο της περιοχής, που είναι πλούσια σε γεωργικά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Η Ρ. έχει εργοστάσια κατασκευής μηχανημάτων, κατεργασίας ξυλείας και κονσερβών. Υπάρχουν επίσης χυτήρια και εργοστάσια παραγωγής ορείχαλκου. Είναι έδρα του κυβερνητικού Κέντρου Ερευνών Ραντάρ και Ηλεκτρονικής.
2. Πρωτεύουσα της περιοχής Φλόυντ, της Πολιτείας της Γεωργίας (30 326 κάτ.)µ· Είναι κέντρο εμπορίου βαμβακιού, υφασμάτων, ξυλείας και βαμβακόσπορου. Η πόλη, που ιδρύθηκε το 1834, στη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου είχε κυριευτεί από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Σέρμαν (1864).
II
(Roma). Πόλη, πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Ιταλίας. Χτισμένη στο κέντρο μιας πεδινής και λοφώδους περιοχής, 25 χλμ. από το Τυρρηνικό πέλαγος, εκτείνεται στις δυο όχθες του Τίβερη, λίγο πιο κάτω από τη συμβολή του με τον Ανιέγε. Το πολεοδομικό συγκρότημα, που αναπτύχθηκε γύρω από τον αρχαίο πυρήνα των επτά λόφων (Παλατίνου, Καπιτωλίνου, Αβεντίνου, Κυρηναλίου, Καιλίου, Ασκυλίνου και Βιμιναλίου) απλώθηκε κατά μήκος των μεγάλων οδών, που εκτείνονταν ακτινωτά από το κέντρο προς όλες τις κατευθύνσας (Κασσία, Φλαμινία, Νομεντάνα, Πρενεστρίνα, Καζιλίνα, Τουσκολάνα, Αρχαία και Νέα Αππία, Αυρηλία, Τιβουρτίνη και Λατίνα) για να καλύψει τελικά έκταση 70 τ. χλμ.
Πολιτικό, διοικητικό, ιστορικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Ιταλίας, έδρα του κράτους του Βατικανού και παγκόσμιο κέντρο του καθολικισμού, πλούσια από ιστορικούς και καλλιτεχνικούς θησαυρούς, κατάλοιπα μιας μεγάλης ιστορίας, η Ρ. είναι σήμερα μια από πιο τις ενδιαφέρουσες πόλεις του κόσμου.
Εξέλιξη της πόλης και μνημεία Στο πολεοδομικό συγκρότημα της σύγχρονης Ρ. αντανακλώνται τα γεγονότα μιας ιστορίας τριών χιλιάδων ετών. Τα επιβλητικά ερείπια του ρωμαϊκού πολιτισμού επιζούν στη μεγάλη ζώνη που περιλαμβάνει τους λόφους Παλατίνο, Αβεντίνο και Καίλιο και την πεδιάδα γύρω από την Αρχαία Αππία. Η πεδινή έκταση του αρχαίου Πεδίου του Άρεως εκφράζει, αντίθετα, την πολεοδομική ανάπτυξη που σημειώθηκε από την Αναγέννηση έως ολόκληρο τον 19o αι., αν και διατηρεί πολλές μαρτυρίες της αυτοκρατορικής πόλης. Με τον ρόλο της πρωτεύουσας της Ιταλίας, που ανέλαβε μετά το 1870, συνδέεται έπειτα η όψη των συνοικιών που αναπτύχθηκαν στον Κυρηνάλιο, στον Βιμινάλιο και στον Ασκυλίνο για τη στέγαση των διοικητικών κτιρίων του ιταλικού κράτους. Αλλά και αυτές οι συνοικίες διατηρούν πολλά μνημεία των προηγούμενων εποχών. Στην άλλη όχθη του Τίβερη, η συνοικία του Μπόργκο, η Πόλη του Βατικανού και η γύρω ζώνη φέρουν εντονότερη τη σφραγίδα της παπικής Ρώμης. Από τον 19o αι. έως την εποχή μας η κατοικούμενη περιοχή απλώθηκε γύρω από τη ζώνη των αυρηλιανών τειχών με συνοικίες κατοικιών προς ΒΔ και ΒΑ και με συνοικίες περισσότερο εργατικές και βιομηχανικές προς τα Α και προς τα Ν. Σε πολλές ζώνες της πόλης διατηρήθηκαν μερικές πράσινες περιοχές, που διακόπτουν τη μονοτονία των κτιρίων και αποτελούν μια από τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της Ρώμης.
Η αρχαία πόλη. Αν και μερικά αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία του ανθρώπου στην περιοχή της Ρ. από τη 2η χιλιετία π.Χ., τα πρώτα στοιχεία μόνιμης εγκατάστασης ανάγονται μόνο στην πρώτη εποχή του σίδηρου (9ος-8ος αι. π.X.). Κατά τους ερευνητές, ο πρώτος αστικός οικισμός έγινε πάνω στον Παλατίνο λόφο, όπου βρέθηκαν θεμέλια καλυβών με ελλειπτικό σχήμα. Η ανάπτυξη της πόλης ήταν ασφαλώς βαθμιαία και δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί ο θρύλος πραγματικής ίδρυσης, αν και η χρονολογία της (754-753 π.Χ.), που έγινε δεκτή αργότερα από την επίσημη παράδοση, φαίνεται να συμπίπτει με μια περίοδο στην οποία οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον σχηματισμό του αρχαιότερου αστικού συγκροτήματος. Με τον 6o αι. η φυσιογνωμία της πρωτόγονης Ρ. αρχίζει να διαγράφεται με ασφαλέστερες βάσεις. Κατά την περίοδο αυτή φαίνεται πως η πόλη είχε σημαντική επέκταση προς τους λόφους γύρω από τον Παλατίνο. Πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν την πληροφορία για χωρισμό της πόλης σε τέσσερις περιοχές (Σουμπουράνα, Ασκυλίνα, Κολλίνα, Παλατίνα), των οποίων τα όρια κάλυπταν συνολικά έκταση 285 περίπου εκταρίων που κατά ένα μέρος ήταν σκεπασμένα από δάση και έλη. Την επέκταση του συνοικισμού φαίνεται να συνόδευσε η εκτέλεση σημαντικών έργων, όπως η αποξήρανση της κοιλάδας ανάμεσα στον Παλατίνο, στον Καπιτωλίνο και στον Ασκυλίνο –που έγινε το κύριο κέντρο της πόλης, όπου (αργότερα) δημιουργήθηκε η Αγορά (Forum)– και η οικοδόμηση πολλών κτιρίων, Κούρια Οστίλια, Ρέτζια, ιερό της Εστίας στην κοιλάδα του Φόρουμ, ναοί της Μάτερ Ματούτα και της Ομόνοιας μεταξύ του Παλατίνου και του Καπιτωλίου, ιερό της Άρτεμης πάνω στον Αβεντίνο, ιερό του Δία στον Καπιτωλίνο (που εγκαινιάστηκε το 509 από του πρώτους δημοκρατικούς ύπατους). Μετά την κατάργηση της βασιλείας, η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίστηκε για μερικές δεκαετίες με την ανέγερση πολλών ναών, έπειτα όμως σημειώθηκε μακρά διακοπή εξαιτίας των πολέμων και των άγριων συγκρούσεων μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Μόνο πολεοδομικό γεγονός που ανάγεται στον 5o αι. ήταν η παραχώρηση στους πληβείους του Αβεντίνου (456 π.Χ.), που έγινε μια από τις πιο πολυάριθμες συνοικίες της Ρ. Η πυρκαγιά, που προκλήθηκε από την εισβολή των γαλατικών ορδών το 387 π.Χ. και που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές, οδήγησε σε μια βιαστική και όχι οργανωμένη ανοικοδόμηση. Η γαλατική εισβολή όμως αποκάλυψε την ανάγκη ενός ασφαλέστερου αμυντικού συστήματος και το 378 άρχισε το χτίσιμο των νέων τειχών, που αργότερα η παράδοση απόδωσε λανθασμένα στον Σέρβιο Τούλλιο. Η ζώνη των τειχών –των οποίων σώζονται μερικά τμήματα– είχε περίμετρο περίπου 11 χλμ. και περιλάμβανε το Καπιτώλιο, τον Κυρηνάλιο, τον Βιμινάλιο, τον Ασκυλίνο, τον Καίλιο, τον Αβεντίνο και τον Παλατίνο, κλείνοντας μια έκταση 426 εκταρίων, που έκανε τη Ρ. τη μεγαλύτερη πόλη της χερσονήσου. Από τα μέσα του 4ου αι. εκδηλώθηκε μια αδιάκοπη πολεοδομική δραστηριότητα με σκοπό τον εξωραϊσμό της πόλης, που είχε γίνει πια το σημαντικότερο πολιτικό κέντρο του Λατίου. Τονίστηκε ο πολιτικός ρόλος της Αγοράς, ενώ οι εμπορικές εργασίες μεταφέρθηκαν στο γειτονικό Forum Ρiscarium, άρχισε η οικοδόμηση του Μεγάλου Ιππόδρομου (329 π.Χ.) και του πρώτου υδραγωγείου της Acqua Appia (312 π.Χ.), χτίστηκαν πολλοί ναοί, μεταξύ των οποίων ο ναός C στην ιερή περιοχή της Αργυράς πλατείας, ο αρχαιότερος πέτρινος ναός της Ρ. του οποίου τα ερείπια σώζονται ακόμα.
Από τον 2o αι. π.X. η Ρ. επηρεάστηκε εξαιρετικά από τον ελληνιστικό πολιτισμό και όταν μια σειρά πυρκαγιές έκαμαν αναγκαία την ανοικοδόμηση μεγάλων περιοχών, η πόλη ανακαινίστηκε παίρνοντας μνημειακή όψη. Χτίστηκαν βασιλικές (Πορκία, Αιμιλία, Σεμπρονία, Οπινία), θριαμβικές και τιμητικές αψίδες, μνημειακές πύλες με ελληνιστική επίδραση (πύλη του Μετέλλου, που ανακαινίστηκε την εποχή του Αύγουστου και αφιερώθηκε στην Οκταβία) και μεγάλες αποθήκες (εμπορείον και πύλη του Αιμιλίου, κοντά στον Τίβερη), ενώ παράλληλα γινόταν η λιθόστρωση των δρόμων (174) και κατασκευάζονταν νέα υδραγωγεία. Η ανακαίνιση συνεχίστηκε όλο τον 1o αι. και η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική έπαιρνε όλο και περισσότερο μνημειακό χαρακτήρα. Ο οικισμός πήρε ασφαλώς μεγάλη έκταση εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού που την εποχή του Σύλλα υπολογιζόταν πως είχε φτάσει τις 400.000. Έγινε εντονότερη η διάκριση μεταξύ των αριστοκρατικών συνοικιών (Παλατίνος) και των λαϊκών (Αβεντίνος, Καίλιος). Στην περίοδο αυτή ανήκει το Tabularium (κρατικό αρχείο) πάνω στο Καπιτώλιο (78 π.Χ.) και η γέφυρα του Φαβρικίου (62 π.Χ.), η συμπλήρωση των κτιρίων που είχε χτίσει ο Πομπήιος στο Πεδίο του Άρεως και τα έργα του Καίσαρα, όπως η Ιουλία βασιλική στη Ρωμαϊκή Αγορά και η νέα Αγορά. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα έγινε ριζική αναμόρφωση της πόλης από τον Αύγουστο και τους συνεργάτες του. Αναστηλώθηκαν πολλά παλαιότερα κτίρια. Η Αγορά ανακαινίστηκε και δημιουργήθηκε νέα (Αγορά του Αύγουστου) με τον ναό του Άρεως Εκδικητή στο κέντρο. Επιβλητικά έργα, όπως τα Saepta για τις εκκλησίες του δήμου, το Πάνθεον, οι θέρμες του Αγρίππα, ο Βωμός της Ειρήνης (Ara Ρacis) το μαυσωλείο του Αυγούστου, χτίστηκαν στο πεδινό τμήμα ανάμεσα στη Φλαμίνια Οδό και στον Τίβερη. Οι ιδιωτικές κατοικίες, για την αντιμετώπιση του διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού (το 5 π.Χ. υπολογιζόταν σε 500.000) σχημάτιζαν τις «νήσους» (insulae), συγκροτήματα από πολυώροφα σπίτια. Η πόλη διαιρέθηκε σε 14 περιοχές, οι 5 από τις οποίες βρίσκονταν ολόκληρες έξω από τα παλιά δημοκρατικά τείχη.
Αντίθετα, ελάχιστη ήταν η φροντίδα των αυτοκρατόρων της Ιουλίας-Κλαυδίας οικογενείας. Μετά την τρομερή πυρκαγιά του 64 μ.Χ., η ανοικοδόμηση έγινε με βάση ένα οργανικό σχέδιο που κατάστρωσε ο Νέρωνας, που έχτισε πάνω στον Όππιο Λόφο τον μεγαλοπρεπή Χρυσό Οίκο (Domus Aurea). Με τον Βεσπασιανό άρχισε η οικοδόμηση του Κολοσσαίου, που αποπερατώθηκε αργότερα από τον Τίτο. Ο Δομιτιανός έδωσε νέα ρωμαλέα ώθηση στην πολεοδομία της Ρ. ανοικοδομώντας την περιοχή του Πεδίου του Άρεως και του Παλατίνου, όπου έχτισε και την κατοικία του.
Κατά την περίοδο αυτή και όλο τον 2o αι. η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική εγκατάλειψε μέχρι ένα βαθμό τον κλασικίζοντα ρυθμό της εποχής του Αύγουστου για vα ακολουθήσει λειτουργικές αντιλήψεις. Παραδείγματα της εξέλιξης αυτής του ρυθμού είναι τα μνημειώδη οικοδομήματα του Τραϊανού, όπως η Αγορά, τα εμπορεία και οι θέρμες που φέρουν το όνομά του. Οι κατοπινοί αυτοκράτορες έδειξαν την ίδια δραστηριότητα για τον εξωραϊσμό της πόλης. Ο Αδριανός ανοικοδόμησε το Πάνθεον και έχτισε πέρα από τον Τίβερη το μαυσωλείο για τον εαυτό του (που έγινε αργότερα Καστέλ Σαντ Άντζελο) και σχεδίασε μόνος του τον μεγάλο ναό της Αφροδίτης και Ρώμης. Μετά την πυρκαγιά του 191 μ.Χ., κολοσσιαίο ήταν το ανοικοδομητικό έργο που ανέλαβε ο Σεπτίμιος Σεβήρος, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, επέκτεινε το αυτοκρατορικό ανάκτορο. Στην εποχή των Σεβήρων ανήκουν επίσης οι μεγαλειώδεις θέρμες του Καρακάλλα, των οποίων η κατασκευή απαίτησε την αναμόρφωση ολόκληρης συνοικίας. Από τον 3o αι., η αδιάκοπη πολεοδομική δραστηριότητα άρχισε να χαλαρώνει εξαιτίας των πολιτικών και οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε το ρωμαϊκό κράτος. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου βαρβαρικής εισβολής ο Αυρηλιανός έχτισε (271-275 μ.Χ.) νέα επιβλητικά τείχη με περίμετρο 20 χλμ. που, αφού αναστηλώθηκαν πολλές φορές, διατηρήθηκαν μέχρι την εποχή μας.
Μεγαλειώδη συγκροτήματα λουτρών (θερμών) κατασκευάστηκαν από τον Διοκλητιανό στον πεδινό χώρο κοντά στον Κυρηνάλιο. Επί Μαξεντίου ανοικοδομήθηκε ο ναός Αφροδίτης και Ρώμης και εγκαινιάστηκε η μεγάλη βασιλική που αποπερατώθηκε αργότερα από τον Κωνσταντίνο, ο οποίος κατασκεύασε και τις θέρμες στον Κυρηνάλιο και τη θριαμβική αψίδα κοντά στο Κολοσσαίο. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που κόσμησε την πόλη με αξιόλογα έργα. Έπειτα από αυτόν η φροντίδα περιορίστηκε στην αναστήλωση και στη συντήρηση των μνημείων που υπήρχαν. Επί βασιλείας του Ονώριου, η Ρ. υπέστη την πρώτη βαρβαρική εισβολή από τους Γότθους (410), και ακολούθησαν, με σοβαρότερες καταστροφές, οι εισβολές των Βάνδαλων (455) και η δήωση του Ρικιμέρου (472). Μετά την τελευταία προσπάθεια αναστήλωσης της αυτοκρατορικής Ρ. που έκαμε ο Θεοδώριχος, ο γοτθικός πόλεμος (535-553) ερήμωσε οριστικά την πόλη, η οποία, μαστιζόμενη συγχρόνως από την πείνα και τις επιδημίες, άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της. Πολλά κτίρια εγκαταλείφθηκαν, ενώ άλλα έγιναν εκκλησίες και κάστρα.
Η μεσαιωνική πόλη. Από τον 4o αι., ενώ η αρχιτεκτονική της αυτοκρατορικής πόλης παράκμαζε, παρουσιάστηκαν οι πρώτες εκδηλώσεις της νέας χριστιανικής αρχιτεκτονικής, της οποίας αξιόλογα δείγματα είναι οι βασιλικές με επίμηκες σχέδιο του Aγίου Πέτρου (γύρω στο 333), του Aγίου Παύλου και του Aγίου Λαυρεντίου, που χτίστηκαν έξω από τα αυρηλιανά τείχη και, μέσα από τα τείχη, η βασιλική του Λατερανού (γύρω στο 313, με την οποία ενώθηκε το 315 το Βαπτιστήριο), που προστέθηκε στο συγκρότημα του Λατερανού, που έγινε το κέντρο ζωής της πόλης αντί του Παλατίνου και των Αγορών. Μέσα από τα τείχη, το επίμηκες σχέδιο χρησιμοποιήθηκε και στη Σάντα Μαρία Ματζόρε και στη Σάντα Σαμπίνα (5ος αι.). Συγχρόνως αναπτύχθηκε ο τύπος των οικοδομών με κεντρικό σχέδιο: μαυσωλείο της Σάντα Κονστάντσα (4ος αι.), Σάντο Στέφανο Ροτόντο (5ος αι.). Με τον 6o αι. εξαφανίστηκε κάθε ίχνος κοσμικής εξουσίας και η πολεοδομική φροντίδα συνδεόταν αποκλειστικά με την παπική εξουσία: Σαντ Ανιέζε (7ος αι.), Σαν Τζόρτζιο ιν Βαλάμπρο (7ος αι.), Σάντα Μαρία ιν Koσμεντίν (8ος αι.). Μόνο μετά τη στέψη του Καρλομάγνου (800) άρχισαν να κατασκευάζονται στη Ρ. επιβλητικά κτίρια. Ο Πασχάλιος A’ βοήθησε την επισκευή και την ανοικοδόμηση πολλών εκκλησιών: Σάντα Πρασέντε (822), Σάντα Μαρία ιν Ντομνίκα, Σάντα Τσετσίλια (817-824). Το δεύτερο μισό του 9ου αι. ο Λέων Δ’ κατασκεύασε πέρα από τον Τίβερη το λεόντειο τείχος για την άμυνα εναντίον των Σαρακηνών. Μετά την καταστροφή (1084) που προκάλεσαν οι Νορμαννοί, η ζωή της πόλης αναδιοργανώθηκε με τον σχηματισμό των Κοινοτήτων τον 12o αι. και το κέντρο μετατοπίστηκε πάλι προς το Καπιτώλιο. Πάνω στα ερείπια των παλαιοχριστιανικών χτίστηκαν οι εκκλησίες του Σαν Κλεμέντε (1108), των Σάντι Κάτρο Κορονάτι (1111), της Σάντα Μαρία ιν Τραστέβερε (1130-43). Η ρομανική αρχιτεκτονική της πόλης κατά τον 12o και 13o αι. χαρακτηρίζεται από τις πολύχρωμες γεωμετρικές διακοσμήσεις των Κοσμάτι (μοναστήρια του Aγίου Παύλου και του Aγίου Ιωάννου του Λατερανού). Τα καμπαναριά, που ήταν διακοσμημένα με χρωματιστά πλακάκια και μαρμάρινα ένθετα, μαρτυρούν την επίδραση του λομβαρδικού ρομανικού ρυθμού στην αρχιτεκτονική (Σάντι Τζοβάνι ε Πάολο, Σάντα Μαρία ιν Τραστέβερε και Σάντα Φραντσέσκα Ρομάνα). Καθώς παράλληλα με την εξουσία της Κούριας ισχυροποιούνταν η δύναμη της φεουδαρχικής αριστοκρατίας, αναπτύχθηκε μια πολιτική αρχιτεκτονική και η πόλη πήρε τον τυπικά μεσαιωνικό χαρακτήρα με πύργους. Οι φεουδάρχες έχτιζαν συχνά τους πύργους τους πάνω στα ερείπια αρχαίων ρωμαϊκών μνημείων (Αψίδα του Τίτου, Θέατρο του Μαρκέλλου). Υψώθηκαν οι πύργοι των Κόντι και της Πολιτοφυλακής (13ος αιώνας), το σπίτι των Κρεστσέντσι, ο πύργος Αγκιλάρα και πολλά άλλα.
Παρ’ όλα αυτά οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της πόλης εξακολούθησαν να είναι άθλιες και κατά την περίοδο της Αβινιόν (1305-77) σημειώθηκε νέα ελάττωση του πληθυσμού. Η πόλη περιορίστηκε πια σε απομονωμένους συνοικισμούς, από τις παλιές γέφυρες απέμεναν μόνο τρεις και μόνο από ακαθόριστα μονοπάτια μπορούσε να πάει κανείς από τις αρχαίες αγορές στο Καπιτώλιο.
Tον 15ο αι., όταν η Ρ. ξανάγινε οριστικά έδρα του πάπα, άρχισε να ανακτά πάλι την παλιά της λαμπρότητα, ιδιαίτερα με την πρωτοβουλία του Νικόλαου E’ (1447-55), του Πίου B’ (1458-64), του Παύλου B’ (1464-71) και του Σίξτου Δ’ (1471-84) που κατέστρωσαν σχέδια για την αναστήλωση και την ανακαίνιση της πόλης, διευρύνοντας και ευθυγραμμίζοντας τους παλαιούς δρόμους, ανοίγοντας νέους, αποξηραίνοντας τους βάλτους, πειθαρχώντας την οικοδομική και ξαναδίνοντας ζωή στην εκκλησιαστική και στην πολιτική αρχιτεκτονική. Καθώς είχε σβήσει κάθε τοπική παράδοση, προσκλήθηκαν ξένοι αρχιτέκτονες. Στην περίοδο αυτήν ανήκουν, μεταξύ των άλλων, η εκκλησία της Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο, το μέγαρο της Καγκελαρίας, το μέγαρο Καπρανίκα, το μέγαρο Βενέτσια, η ανοικοδόμηση του ασύλου του Aγίου Πνεύματος και η κατασκευή της Γέφυρας Σίξτου.
Από την πόλη της Αναγέννησης στη σύγχρονη. Toν 16o αι. η Ρ. ήταν πια η πρωτεύουσα της τέχνης της Αναγέννησης. Μεγάλοι καλλιτέχνες έφταναν εκεί από όλα τα σημεία της Ιταλίας: Μπραμάντε, Ραφαήλ, Λεονάρντο, Μιχαήλ-Άγγελος, Αμανάτι, Αντόνιο ντα Σαν Γκάλο, Γιάκοπο Σανσοβίνο, Βινιόλα, Πίρο Λιγκόριο, και καταστρώνονταν μεγαλειώδη σχέδια. Ο Ιούλιος B’ άνοιξε την Ιουλία Οδό γύρω από την οποία δημιουργήθηκε μια συνοικία με τις νέες αντιλήψεις. Ο Μπραμάντε άρχισε τα ανάκτορα του Βατικανού και έχτισε τον κομψό ναΐσκο του Aγίου Πέτρου στο Μοντόριο (1502). Το 1527 η «διαρπαγή της Ρ.» έγινε αφορμή να μειωθεί πάλι ο πληθυσμός, αλλά το έργο της ανακαίνισης δεν σταμάτησε. Ο Μιχαήλ-Άγγελος διεύθυνε τις εργασίες για το χτίσιμο της νέας βασιλικής του Aγίου Πέτρου, σχεδίασε τη σημερινή διαμόρφωση του Καπιτωλίου, έχτισε τη βασιλική της Αγίας Μαρίας των Αγγέλων πάνω στις αρχαίες θέρμες του Διοκλητιανού και έχτισε την Πόρτα Πία. Η πόλη κοσμήθηκε με ωραίες επαύλεις: Φαρνεζίνα, βίλα Μαντάμα, βίλα Τζούλια, Καζίνο του Πίου Δ’, βίλα των Μεδίκων. Υψώθηκαν λαμπρές εκκλησίες: Άγιος Λουδοβίκος των Γάλλων,’ Άγιος Ιωάννης των Φλωρεντινών και η εκκλησία του Ιησού.
Κατά τα τέλη του αιώνα, επί Σίξτου E’, ο Ντομένικο Φοντάνα κατέστρωσε νέο συστηματικό σχέδιο για τη διαμόρφωση της πόλης, ανοίγοντας νέες σκηνογραφικές προοπτικές και συνδέοντας τη Σάντα Μαρία Ματζόρε με τον Σαν Τζοβάνι του Λατερανού, τον Άγιο Σταυρό της Ιερουσαλήμ, την Αγία Τριάδα των Βουνών.
Τον 17o αι. η Ρ. εξακολούθησε vα αλλάζει όψη. Ο Μπερνίνι, ο Μαντέρνο, ο Πιέτρο ντα Κορτόνα, ο Μπορομίνι, ο Κάρλο Ραϊνάλντι και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες συνεργάστηκαν με πολεοδομικές λύσεις σκηνογραφικού τύπου στη δημιουργία νέων κτιρίων και μεγάλων πλατειών, στολισμένων με περιστύλια, με οβελίσκους και σιντριβάνια: πλατεία του Aγίου Πέτρου, πλατεία του Aγίου Ιωάννη του Λατερανού, πλατεία Ναβόνα, Αγία Μαρία της Νίκης (1608-20), Αγία Μαρία των θαυμάτων και Αγία Μαρία του Μοντεσάντο στην πλατεία του Λαού, Άγιο Ανδρέα του Κάμπου, Άγιο Ανδρέα του Κυρηνάλιου, Σαν Καρλίνο στις Κουάτρο Φοντάνε (1640), Σαντ Ίβο στη Σαπιέντσα (1660), το Ορατόριο των Φιλιππίνων (1637-62), Άγιος Ιγνάτιος, η πρόσοψη της Αγίας Μαρίας της Ειρήνης, το μέγαρο Παλαβιτσίνι-Ροσπιλιόζι, την έπαυλη Ντόρια Παμφίλι.
Ο 18ος αι. συνέχισε, ίσως με ίση φαντασία, τη μνημειακή παράδοση του μπαρόκ. Στην περίοδο αυτή ανήκουν οι σκάλες της πλατείας της Ισπανίας, η Κρήνη του Τρέβι, η πλατεία του Aγίου Ιγνάτιου, το μέγαρο Κορσίνι, το μέγαρο της Κονσούλτας και η διασκευή της πρόσοψης του Aγίου Ιωάννη του Λατερανού, της Σάντα Μαρία Ματζόρε, του Aγίου Σταυρού της Ιερουσαλήμ. Κατά τα μέσα του αιώνα, η παρουσία στη Ρ. του Μενγκς και του Βίνκελμαν και η δημοσίευση των χαρακτικών του Πιρανέζι συνετέλεσαν στην αναβίωση της τάσης προς τον κλασικισμό, που συγκεκριμενοποιήθηκε αργότερα με τα έργα του Βαλαντιέ (διαμόρφωση της πλατείας του Λαού και του Πίντσιο, αναστήλωση του Κολοσσαίου και της Αψίδας του Τίτου). Μετά το 1870 και μέχρι τις ημέρες μας, η Ρ., που έγινε, πρωτεύουσα της Ιταλίας, γνώρισε αδιάκοπη επέκταση, την οποία σπάνια συνόδευσαν πετυχημένες πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές λύσεις. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. δημιουργήθηκαν οι νέες συνοικίες του Ασκαλίνου, του Καιλίου και του Πράτι, ενώ ανοίγονταν οι νέες αρτηρίες της Βία Νατσιονάλε, της Βία Καβούρ και του Κόρσο Βιτόριο Εμανουέλε και οι μεγάλες πλατείες της Εζέντρα, της Ιντιπεντέντσα και Βιτόριο Εμανουέλε. Παλαιές συνοικίες κατεδαφίστηκαν, όπως η συνοικία του Αρακέλι που γκρεμίστηκε για να στηθεί το μνημείο του Βιτόριο Εμανουέλε (Βιτοριάνο). Τα πρώτα σαράντα χρόνια του 20ού αι. δημιουργήθηκαν νέες συνοικίες κατοικιών (Φλαμίνιο, Σαλάριο, Νομεντάνο, Μοντεβέρντε, Παριόλι, Σαν Τζοβάνι, Ματσίνι) και η πόλη ξεπέρασε έπειτα από 17 σχεδόν αιώνες τα αυρηλιανά τείχη. Κατά τη φασιστική εικοσαετία, η οικοδομική και η αρχιτεκτονική φέρει τη σφραγίδα της μουσολινικής ρητορείας. Δημιουργήθηκαν νέα κέντρα δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως το Φόρο Μουσολίνι (τώρα Ιταλικό), η πανεπιστημιακή πόλη. Έγιναν επίσης συστηματικές κατεδαφίσεις για την αποκάλυψη αρχαιολογικών χώρων, που κατέληξαν όμως μόνο σε σκηνογραφικά και ρητορικά κατασκευάσματα (Φόρι, Τόρε Αρτζεντίνα, πλατεία Αύγουστου Αυτοκράτορα, οδός της Συμφιλίωσης).
Μετά την ανακοπή που προκάλεσε ο B’ Παγκόσμιος πόλεμος, η πόλη εξακολούθησε v’ αναπτύσσεται με τη δημιουργία νέων συνοικιών (Τουσκολάνο, Πρενεστίνο, Οστιένσε, EUR, Μοντεβέρντε Νουόβο, Μόντε Μάριο, Βίνια Κλάρα, Toρ ντι Κουίντο και Παριόλι Νουόβι). Επιπλέον η δημιουργία των νέων αυτών συνοικιών συνοδεύτηκε από την κερδοσκοπία στα οικόπεδα και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται από τον συνωστισμό όγκων από μπετόν και τον συνεχή περιορισμό του πρασίνου. Μόνο μερικά πολεοδομικά σχέδια (Σπινατσέτο, Toρ ντε Τσέντσι) κατευθύνονται δειλά προς ένα διαφορετικό και πιο λογικό προσανατολισμό. Από τα αξιόλογα αρχιτεκτονικά έργα: ο Σταθμός Τέρμινι (Καλίνι, Μοντουόρι και άλλοι), το Μικρό Μέγαρο Αθλητισμού (Ρalazzeto dello Sport), (Ανιμπάλε Βιτελότσι, Πιερ Λουίτζι Νέρβι), το μέγαρο της Αναγέννησης, (Φράνκο Αλμπίνι) και ο αεροσταθμός Λεονάρντο ντα Βίντσι στο Φιουμιτσίνο.
Περίγραμμα ρωμαϊκής ιστορίας. Το μικρό χωριό, που σχηματίστηκε αρχικά πάνω στον Παλατίνο από τα αρχαία αγροτικά γένη του τόπου, είχε πάρει πια, τον 6o αι. π.X., με τους τελευταίους βασιλιάδες ετρουσκικής καταγωγής, όψη αληθινής πόλης, ενώ οι πατρίκιοι, αντιπρόσωποι των παλαιών φυλών, που είχαν στη γεωργία τον πλούτο τους και στη Σύγκλητο την πολιτική τους δύναμη, κατάργησαν, κατά το 510, τη μοναρχία και επέβαλαν ένα δημοκρατικό καθεστώς στο οποίο οι πολιτικές εξουσίες ανατέθηκαν αρχικά σε δυο υπάτους.
Η συνταγματική αυτή μεταβολή όμως εξασθένισε το ρωμαϊκό κράτος. Οι διαδοχικές εισβολές από τα Απέννινα ρωμαλέων ορεσίβιων φύλων, των Έκβων, των Oυόλσκων, των Σαβίνων, τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει μία μία τις οχυρές θέσεις που είχε καταλάβει στο Λάτιο. Στην απομονωμένη και πιεζόμενη πόλη οι συνθήκες ζωής έγιναν δύσκολες για τις τάξεις των τεχνιτών και των εμπόρων, που αποτελούσαν, με τα άλλα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού, τους πληβείους. Μάταια ζητούσαν τη συμμετοχή τους στις δημόσιες εξουσίες, που οι πατρίκιοι, κάτοχοι της ιερής καταγωγής mos maiorum, τα ήθελαν όλα για τον εαυτό τους. Οι σκληροί αγώνες που προκλήθηκαν από το γεγονός αυτό έφεραν πολλές φορές σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη και την ενότητα του κράτους (αποχώρηση των πληβείων στο Ιερό Όρος). Μόνο στα μέσα του 5ου αι. π.X., με την κωδικοποίηση της Δωδεκαδέλτου, που εξασφάλισε μερικές εγγυήσεις για τις τάξεις των πληβείων, η αντίθεση χαλαρώθηκε. Όταν αργότερα καταργήθηκε η απαγόρευση των μεικτών γάμων, οι πληβείοι άρχισαν να μπαίνουν σιγά σιγά στις τάξεις των πατρικίων, ώστε, μετά το 367 π.Χ., πήραν κι αυτοί το δικαίωμα να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα.
Η συμφωνία που έγινε μεταξύ των τάξεων απελευθέρωσε μεγάλες κοινωνικές δυνάμεις και διεύρυνε τις βάσεις του κράτους. Η πολιτική της επέκτασης στο Λάτιο επαναλήφθηκε με συστηματική μορφή. Αποφασιστική καμπή ήταν η κατάληψη της πόλης των Βηίων (396 π.Χ.), πλούσιας ετρουσκικής πόλης· η Ρ. είχε πια μεγαλύτερη ευχέρεια να επεκταθεί προς τα νότια. Μετά την επικίνδυνη εισβολή γαλατικών φύλων από τα βόρεια ενισχύθηκαν τα τείχη της πόλης και αυξήθηκε ο στρατός, ώστε σύντομα οι Ρωμαίοι ήταν σε θέση να αποκαταστήσουν στις πεδινές περιοχές την ηγεμονία που κατείχαν την εποχή της βασιλείας. Η συμφωνία φιλίας που έκαναν το 354 με τους Σαμνίτες, μεγάλη φυλή των Απεννίνων, και η συμφωνία για τη ναυσιπλοΐα, που ανανέωσαν το 348 με την Καρχηδόνα, τους έδωσαν την ελευθερία που χρειάζονταν για να ενσωματώσουν το έδαφος του Λατινικού Συνδέσμου των Αλβανών Λόφων και να εισχωρήσουν στην Καμπανία. Με την ευρυχωρία του εδάφους (περίπου 6.400 τ. χλμ.), με τον πληθυσμό περίπου 600.000 κάτ.), με την πίστη των λαών που είχαν υποτάξει και τους οποίους μεταχειρίστηκαν με γενναιοφροσύνη, σύμφωνα με την αρχή να κυβερνούν περισσότερο με τη συγκατάθεση παρά με τη δύναμη, με ένα ευφυές σύστημα συμμαχιών και σχέσεων προς τους γειτονικούς λαούς και με τη βαθμιαία δημιουργία πολλών αποικιών στην περιφέρεια της πόλης, το ρωμαϊκό κράτος ήταν πλέον το ισχυρότερο της κεντρικής Ιταλίας. Οι ευκαιρίες για μια σύγκρουση με τους Σαμνίτες δεν μπορούσαν πια να λείψουν. Ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν μακρός: κράτησε από το 343 έως το 290 π.Χ. με πολλές εναλλαγές, αλλά τελείωσε με την οριστική νίκη της Ρ. Άλλη μεγάλη νίκη σημείωσαν οι Ρωμαίοι στο Σεντίνο της Ουμβρίας, όπου το 295 συνέτριψαν συνασπισμό Ετρούσκων, Σαβίνων, Ουμβρίων και Γαλατών. Οι διαδοχικές αυτές πολεμικές εκστρατείες στα Β επέκτειναν το ρωμαϊκό έδαφος στη Σαβίνη και στο Πικήνον, ώστε να φτάσει στις ακτές της Αδριατικής, ενώ στα Ν συνήψαν σχέσεις με άλλους λαούς και απείλησαν τα συμφέροντα άλλων κρατών, όπως του ελληνικού Τάραντος, που, για vα αμυνθεί, κάλεσε σε βοήθεια τον βασιλιά Πύρρο της Ηπείρου. Οι νίκες που σημείωσε αυτός εναντίον των Ρωμαίων στην Ηράκλεια και στο Άσκουλον της Απουλίας (279) δεν ανέκοψαν τη ζωτικότητα της Ρ. που είχε μεγάλες στρατιωτικές εφεδρείες. Έπειτα από σύντομη παραμονή στη Σικελία, ο Πύρρος αναζήτησε τη λύση του πολέμου σε μια μεγάλη μάχη στο Βενεβέντο: τη φορά αυτή οι Ρωμαίοι βγήκαν νικητές ακόμα και πάνω στο πεδίο της μάχης και ο Πύρρος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ήπειρο.
Η ιταλική χερσόνησος ήταν πια ολόκληρη υπό τη ρωμαϊκή ηγεμονία και η Ρ. προώθησε την πολιτική και πολιτιστική ενότητά της.
Κάθε κατάκτηση όμως δημιουργούσε και νέα προβλήματα ενίσχυσης και άμυνας και άνοιγε τον δρόμο για νέους πολέμους. Στα Ν οι Ρωμαίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Καρχηδόνιους, που είχαν εγκατασταθεί στη Σικελία, από το άλλο μέρος του στενού. Έτσι άρχισε σύντομα, μεταξύ των δυο μεγάλων δυνάμεων της κεντρικής Μεσογείου, χερσαία η μια, ναυτική η άλλη, ο πρώτος από τους τρεις Καρχηδονιακούς πολέμους, από τους οποίους η Ρ. βγήκε νικήτρια. Για να εξασφαλιστεί από κάθε έκπληξη, η Ρ. δεν μπορούσε πια να αδιαφορήσει για όλα όσα συνέβαιναν από τη μια άκρη της Μεσογείου μέχρι την άλλη. Αυτός ήταν ο λόγος της μακράς σειράς των πολέμων και των εκστρατειών που μετέβαλαν σε επαρχίες την Ισπανία, τη Ναρβονική Γαλατία, τη Μακεδονία, μέρος της Μικράς Ασίας, που οδήγησαν στην υποταγή της Ελλάδας και της καρχηδονιακής Αφρικής, στην καταστροφή της Κορίνθου, της Καρχηδόνας (146) και της Νουμαντίας (133). Η pax romana επιβλήθηκε σε όλη τη Μεσόγειο: η Ρ. εισχώρησε στη μεγάλη οικονομική και πνευματική σφαίρα του ελληνιστικού κόσμου, του οποίου έγινε κληρονόμος με την ενοποίηση του μεσογειακού χώρου.
Ο ρόλος της κυρίαρχης δύναμής της επέβαλε όμως κολοσσιαία οργανωτικά καθήκοντα, στα οποία ασφαλώς δεν μπορούσε vα ανταποκριθεί η πολιτική της διάρθρωση, που είχε προέλθει από τη μορφή της πόλης-κράτους, με ελάχιστες υπηρεσίες και χωρίς διοικητικά στελέχη. Έτσι το κράτος μπήκε σε περίοδο κρίσης και η κρίση οδήγησε, έναν αιώνα αργότερα, στην ηγεμονία. Νέα κοινωνικά στρώματα είχαν αναφανεί, οι παλιές χωρικές ιδεολογίες είχαν μαραθεί από την επαφή με τις ελληνικές και ανατολικές λεπτότητες και μάταια ο Κάτων ο Τιμητής, που εκπροσωπούσε τον τύπο του παλαιού Ρωμαίου, προσπαθούσε να ξαναζωντανέψει στις ρωμαϊκές οικογένειες τα προγονικά ήθη. Η ζωή στη Ρ., με τα πλούσια λάφυρα και τους φόρους που συνέρρεαν, είχε αλλάξει τελείως: η πόλη είχε μεγαλώσει και είχαν συγκεντρωθεί εκεί πλήθη εποίκων (coloni) που είχαν φτωχύνει πρώτα από τους πολέμους κι έπειτα από τις μακρές στρατιωτικές υπηρεσίες. Η ύπαιθρος της Ιταλίας είχε ερημωθεί και τα μεγάλα αγροκτήματα της ρωμαϊκής αριστοκρατίας μεγάλωναν όλο και περισσότερο. Έτσι η τάξη των αγροτών έχασε την παλιά δημογραφική ζωτικότητά της και οι πηγές της στρατολογίας στέρευαν ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν να υπάρχουν μεγάλες φρουρές για τη φύλαξη μακρινών κτήσεων. Ακριβώς εκείνη την εποχή (133) ο Τιβέριος Γράκχος, για να ενισχύσει την αγροτική δύναμη της Ιταλίας, αγωνίστηκε για μια αγροτική μεταρρύθμιση, που προσέκρουσε όμως στα συμφέροντα της αριστοκρατίας. Στις αναστατώσεις που ακολούθησαν, ο δήμαρχος σκοτώθηκε. Την ίδια τύχη είχε, λίγα χρόνια αργότερα, ο αδελφός του Γάιος που παρουσίασε ένα συστηματικό πρόγραμμα για τη μεταρρύθμιση της διάρθρωσης του κράτους, για τη διεύρυνση των κοινωνικών βάσεων, για πράγματα που ήταν αναγκαία για τη διακυβέρνηση μιας απέραντης αυτοκρατορίας. Από τους ανταγωνισμούς αυτούς κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η εσωτερική πολιτική ισορροπία.
Με την εξαθλίωση των μεσαίων αγροτικών τάξεων, ο στρατός εξασθενούσε σιγά σιγά και η στρατολογία έγινε εθελοντική. Οι στρατοί που αποτελούνται από μισθοφόρους είναι, κατά κανόνα, περισσότερο πιστοί στον αρχηγό τους παρά στο κράτος: έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία του προσωπικού στρατού και διαγράφηκαν στον ορίζοντα οι εμφύλιοι πόλεμοι. Ακριβώς με έναν εθελοντικό (μισθοφορικό) στρατό ο Γάιος Μάριος τερμάτισε πρώτα τον πόλεμο εναντίον του Ιουγούρθα στην Αφρική (105) και νίκησε κατόπιν στον Βορρά τις ισχυρές δυνάμεις των Τευτόνων και των Κίμβρων (101). Η ανάγκη της αποκατάστασης των αποστρατευόμενων ξανάφερε στην επιφάνεια το αγροτικό ζήτημα και τη φορά αυτή εμφανίστηκαν οι Ιταλοί σύμμαχοι, που ζητούσαν vα αποκτήσουν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη για να έχουν ίσα δικαιώματα στη διανομή των γαιών. Η Ρ. νίκησε και σ’ αυτό τον πόλεμο, το λεγόμενο κοινωνικό, αλλά έπειτα έδωσε δικαιώματα πολίτη και στους ηττημένους. Η εισδοχή τόσων νέων στοιχείων στο σώμα των πολιτών προκάλεσε νέα προβλήματα για την αφομοίωσή τους, από τα οποία προκλήθηκαν νέες προστριβές, που ξέσπασαν σε σκληρούς εμφύλιους πολέμους μεταξύ του Σύλλα, που αντιπροσώπευε τη συγκλιτική ολιγαρχία, κλειστή στην υπεράσπιση των προνομίων της, και του Γάιου Μάριου, εκπροσώπου της τάξης των τεχνιτών και του λαού. Ο Σύλλας, που είχε διευθύνει ένα σοβαρό πόλεμο εναντίον του Μιθριδάτη στην Ανατολή, έμεινε τελικά κύριος της κατάστασης και κυβέρνησε μερικά χρόνια ως δικτάτορας, εγκαθιστώντας τους δικούς του απόμαχους στα κτήματα που πήρε από τους ηττημένους αντιπάλους του και δίνοντας στο κράτος αυστηρά ολιγαρχική μορφή, που όμως, ξεπερασμένη από τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, κατατεμαχίστηκε μετά τον θάνατό του (79). Εστίες αναταραχής εμφανίζονταν κάθε τόσο εδώ κι εκεί: στην Ισπανία καταστάλθηκε η εξέγερση του Σερτωρίου που απόβλεπε στη δημιουργία ενός κράτους που θα ήταν γενναιόδωρο προς τους κατοίκους των επαρχιών· στην Ιταλία συνετρίβη, με φρικτά αντίποινα, η εξέγερση της οποίας είχε ηγηθεί ο Σπάρτακος από τη Θράκη, για τη διανομή των τσιφλικιών της αριστοκρατίας· στην Ανατολή ο Μιθριδάτης ξαναπαρουσιάστηκε στο προσκήνιο και ο Πομπήιος, αφού τον νίκησε στη Νικόπολη και τον ανάγκασε να αυτοκτονήσει, υπόταξε με τολμηρές εκστρατείες όλη την Πρόσω Ασία, τη Συρία και την Παλαιστίνη, που τις οργάνωσε σε ρωμαϊκές επαρχίες.
Στη Ρ. η πάλη για την εξουσία ήταν πάντα άγρια: οι φατρίες ήταν διαρκώς έτοιμες να πάρουν τα όπλα και τα αιώνια προβλήματα, κυρίως το αγροτικό, τροφοδοτούσαν κάθε τόσο τις φιλοδοξίες των αρχομανών. Το 63 π.Χ. ανατέθηκε στον Κικέρωνα να καταστείλει τη συνωμοσία που είχε οργανώσει ο Κατιλίνας για την κατάληψη της εξουσίας. Ο Κικέρων επιδίωξε την ομόνοια των κοινωνικών τάξεων για να περιορίσει τις προσωπικές φιλοδοξίες. Και τότε ο Πομπήιος, εχθρός της αριστοκρατίας, ο Κράσσος, ισχυρός με τον απέραντο πλούτο του, και ο Καίσαρας, με την επιδεξιότητα του μεγάλου πολιτικού, συμφώνησαν μυστικά να αναλάβουν τη διεύθυνση της ζωής του κράτους. Ο Κικέρων παραμερίστηκε. Μετά την κατάκτηση όμως της Γαλατίας από τον Καίσαρα και τον θάνατο του Κράσσου στον πόλεμο εναντίον των Πάρθων, ο Πομπήιος, αγανακτισμένος γιατί άλλοι τον ξεπερνούσαν σε στρατιωτική δόξα, συμφιλιώθηκε με την αριστοκρατία και συγκρούστηκε με τον Καίσαρα. Αυτός, όταν τον κάλεσαν να παραδώσει την αρχηγία των στρατευμάτων του, απάντησε περνώντας με τον στρατό του τον Ρουβίκωνα (49). Οι πολεμικές εκστρατείες του, με τις οποίες επέβαλε την προσωπικότητά του, ήταν ακαταμάχητες. Με ισόβιες δικτατορικές εξουσίες, τις οποίες όμως ασκούσε με γενναιοφροσύνη, επέβαλε ένα μακρόπνοο πρόγραμμα συνταγματικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων, μοίρασε χωράφια στους παλαίμαχους και υποσχέθηκε μεγαλειώδη δημόσια έργα. Αλλά η παλαιά ολιγαρχία, με αρχηγούς τον Βρούτο και τον Κάσσιο, μη μπορώντας v’ ανεχθεί την αρχηγία του ενός, οργάνωσε μεγάλη συνωμοσία που κατάληξε στη δολοφονία του δικτάτορα (ειδοί του Μαρτίου του 44). Ο θάνατος του Καίσαρα όμως δεν έλυσε τις δυσκολίες του ρωμαϊκού κράτους· άνοιξε αντίθετα νέα περίοδο συγκρούσεων των φατριών. Οι δυνάμεις της συνωμοσίας νικήθηκαν στους Φιλίππους το 42 από τον Οκταβιανό και τον Μάρκο Αντώνιο, που έπειτα με τη σειρά τους συγκρούστηκαν για τα πρωτεία: ο Οκταβιανός είχε με το μέρος του όλες τις δυνάμεις της ρωμαϊκής Δύσης και ο Αντώνιος, που συνδέθηκε με την Κλεοπάτρα, βασίλισσα της Αιγύπτου, συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις της ελληνιστικής Ανατολής: η μεγαλειώδης σύγκρoυση των δυο κόσμων έληξε στα νερά του Ακτίου, το 31, με τη νίκη του ρωμαϊκού κόσμου. Ο Οκταβιανός τοποθετήθηκε τότε πάνω από τις φατρίες, παίρνοντας το επώνυμο του Αυγούστου, εκείνου που υπερείχε όλων σε εξουσία και κύρος. Αν και διατήρησε στο κράτος την εξωτερική μορφή της δημοκρατίας, συγκέντρωσε στα χέρια του το imperium, που έθετε τις στρατιωτικές δυνάμεις υπό τις διαταγές του (από αυτό και ο τίτλος imperator = αυτοκράτορας) και την Ρotestas tribunicia που, με την ασυλία, τού εξασφάλιζε την υπεροχή έναντι όλων των άλλων εξουσιών. Με τέτοιες ισόβιες εξουσίες ο Αύγουστος ταυτίστηκε με το κράτος: έτσι γεννήθηκε η ηγεμονία.
Μετά τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) για μισό αιώνα διαδέχτηκε ο ένας τον άλλο στην ηγεμονία αντιπρόσωποι της οικογένειας του: Τιβέριος, Καλιγούλας, Κλαύδιος, Νέρων. Η δυναστική ηγεμονία όμως δεν κατόρθωσε να επιβληθεί, ιδιαίτερα εξαιτίας των δεσποτικών μεθόδων με τις οποίες κυβέρνησαν ο Καλιγούλας και ο Νέρων. Έπειτα από μια σειρά αγώνων για τη διαδοχή, έγινε μια άλλη προσπάθεια καθιέρωσης του θεσμού της δυναστείας, με τον Βεσπασιανό, που τον διαδέχτηκε ο Τίτος κι έπειτα ο Δομιτιανός. Αλλά ο Δομιτιανός, απολυταρχικός και σκληρός, δολοφονήθηκε. Έπειτα από αυτόν άρχισε, τέλος, μια ευτυχής σειρά αυτοκρατόρων, που ανέβαιναν στον θρόνο με υιοθεσία. Yπό την εξουσία τους (εποχή των Αντωνίνων) ο ρωμαϊκός κόσμος, στον οποίο γινόταν διαρκώς περισσότερο αισθητή η θετική υποστήριξη της αστικής τάξης των επαρχιών που είχαν ενσωματωθεί, έφτασε στην αποκορύφωσή του: Νέρβας, Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος Πίος, Μάρκος Αυρήλιος είναι εξαιρετικές φυσιογνωμίες, με πίστη στο ιδεώδες του ηγεμόνα που έχει εξουσία και σοφία, όλοι αφοσιωμένοι στο έργο της ενίσχυσης της στρατιωτικής ασφάλειας, στην εξασφάλιση ικανής διοίκησης, στην υποστήριξη της πολιτιστικής εξέλιξης.
Κατά τη μακρά ειρήνη η οικονομία αναπτύχθηκε και το εμπόριο επεκτάθηκε στη θάλασσα και στους μεγάλους δρόμους της ξηράς, τους οποίους χάραξε η Ρ. σε όλες τις κατεχόμενες χώρες. Η βιοτεχνία άνθησε. Οι πόλεις, όπου συνήθως εκδηλώνεται ο πολιτισμός, πολλαπλασιάστηκαν και κοσμήθηκαν με λαμπρά μνημεία. Το πνεύμα της παγκοσμιότητας, που χαρακτηρίζει τη δράση της Ρ., και η αντίληψή της περί δικαίου, βρήκε τρόπο να εκδηλωθεί με όλες τις δυνατότητες της, με λαμπρή διαδικασία πολιτικής ισοπέδωσης, που ανέβασε τη ζωή των επαρχιών ώστε να εξισωθούν με την Ιταλία, κέντρο της αυτοκρατορίας. Η αναγνώριση από τον Καρακάλλα το 212 του δικαιώματος του πολίτη σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας, άνοιξε τον δρόμο για την αφομοίωσή τους από το μεγάλο υπερεθνικό κράτος.
Αλλά ακριβώς όταν έγινε αυτό, ανησυχητικά σημάδια καταιγίδας παρουσιάστηκαν στον ορίζοντα. Με την ανάπτυξη των πιο εύφορων και πιο πλούσιων επαρχιών άρχισε η οικονομική παρακμή της Ιταλίας. Οι διοικητικές εξουσίες άρχισαν τότε να αποκεντρώνονται, προάγγελοι των χωριστικών κινημάτων. Το κράτος υπέφερε από την υπέρμετρη ανάπτυξή του. Η πολιτική της εκτεταμένης ευημερίας ξεπερνούσε τις παραγωγικές δυνατότητες της αρχαίας οικονομίας κι έτσι το κράτος και η πόλη άρχισαν να εξασθενούν σιγά-σιγά. Το κράτος, για vα ανταποκριθεί στις ανάγκες του, έκαμε πληθωριστικό το νόμισμά του, το «δηνάριο», αργυρό νόμισμα που, από τον 3o αι. π.X., ήταν η βάση του ρωμαϊκού νομισματικού συστήματος, προκαλώντας αύξηση των τιμών, που γινόταν ιλιγγιώδης όταν η πολιτική αστάθεια συνοδευόταν από οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες. Οι μεσαίες τάξεις, από παράδοση αντίπαλες των αριστοκρατιών που κυβερνούσαν, έχασαν το παλιό σφρίγος τους και η ηγετική τάξη στρατολογούταν όλο και περισσότερο από τον στρατό. Αλλά στον στρατό έμπαιναν όλο και περισσότεροι οι στρατιώτες, που ήταν ξένοι προς τον ρωμαϊκό κόσμο κι έτσι το σπαθί, αφού πέρασε πρώτα από την Ιταλία στις επαρχίες, κατάληξε τελικά στα χέρια βαρβαρικών στοιχείων, που στρατολογούσαν όλο και περισσότερο από την αυτοκρατορία για την άμυνά της. Έτσι, η ηγεμονία κατάληξε να μεταβληθεί κατά τον 3o αι. σε στρατιωτική μοναρχία, εκφυλιζόμενη συχνά σε αναρχία εξαιτίας της απειθαρχίας των στρατιωτικών, που ανέβαζαν και κατέβαζαν τους αυτοκράτορες κατά τις ορέξεις τους. Μόνο με τους Ιλλυριούς αυτοκράτορες, στα τέλη του αιώνα, τερματίστηκε η στρατιωτική αναρχία: νέα ηγετική τάξη σχηματίστηκε και άρχισε, με τον Αυρηλιανό πρώτα και τον Διοκλητιανό έπειτα, μια προσεκτική ανόρθωση, που επανέφερε την ενότητα στο κράτος και ενίσχυσε την άμυνα εναντίον των βαρβάρων σε καταλληλότερες συνοριακές γραμμές. Ο Διοκλητιανός μοίρασε τη χώρα του σε τέσσερα μέρη για να μπορεί να κυβερνηθεί καλύτερα και επέβαλε μεγαλειώδεις μεταρρυθμίσεις στο διοικητικό, στο οικονομικό, στο φορολογικό και στο στρατιωτικό πεδίο. Δεν υπήρχε τομέας στον οποίο να μην επενέβαινε το κράτος με τη γραφειοκρατική του οργάνωση. Το ίδιο το πρόσωπο του αυτοκράτορα περιβλήθηκε με ένα λαμπρό τελετουργικό, που τον περιέβαλε με μυστικιστικό φωτοστέφανο.
Ο Διοκλητιανός παραιτήθηκε το 305. Τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος που, απαλλαγμένος από τους αντίζηλους του, ανέτρεψε τη θρησκευτική πολιτική του προκατόχου του, για να μπορέσει να ενισχύσει το κράτος του και με τις χριστιανικές δυνάμεις, που είχαν ήδη πολλαπλασιαστεί.
Η τάξη που αποκαταστάθηκε στο εσωτερικό και η ειρήνη που εξασφαλίστηκε ευνόησαν νέα οικονομική ανόρθωση που ήταν όμως βραχυχρόνια. Ο πανίσχυρος γραφειοκρατικός μηχανισμός, που είχε δημιουργηθεί με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, η χαλαρωμένη στρατιωτική οργάνωση, οι σπατάλες των αυλών, η μεγαλοπρέπεια των πρωτευουσών της τετραρχίας, μεταξύ των οποίων νέα Ρώμη ήταν η Κωνσταντινούπολη (που ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο), άρχισαν να κοστίζουν περισσότερο από όσο μπορούσε να αντέξει η οικονομία της εποχής. Οι φόροι έγιναν βαρύτεροι και το μεγαλύτερο βάρος έπεφτε στους μικρούς φορολογούμενους που, ανυπεράσπιστοι, καταστρέφονταν και βρίσκονταν στην ανάγκη να πουλήσουν τα κτήματά τους. Αυτά συγκεντρώθηκαν εύκολα στους μεγάλους γαιοκτήμονες, που τους ευνοούσε η κοπή ενός ισχυρού νομίσματος, του χρυσού σολδίου, που έκοψε ο Κωνσταντίνος μετά τη νομισματική αναστάτωση του 3ου αι. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες όμως, με μια διεφθαρμένη και συνένοχη αριστοκρατία, κατόρθωσαν να πετύχουν απαλλαγές από τους φόρους ώστε να αυξάνουν διαρκώς περισσότερο τα πλούτη τους και να εκμεταλλεύονται τους ενοικιαστές των κτημάτων (κολόνους) που, καταχρεωμένοι, μεταβλήθηκαν σε δουλοπάροικους. Την υποχρέωση αυτή, του δεσίματος με το κτήμα όπου δούλευαν, την επέκτεινε αργότερα το κράτος, σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά του να ανορθώσει μια κατεστραμμένη οικονομία, και στους δημόσιους υπάλληλους, στον στρατό, στα κρατικά εργοστάσια, που πολλαπλασιάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες των καταναλωτών.
Η αυτοκρατορία, αυτή η μεγαλοπρεπής διοικητική μηχανή, εμφανιζόταν ακόμα στα τέλη του 4ου αι., με τον Θεοδόσιο, ως συμπαγής πολιτικής μονάδα: αλλά ήταν πια ένας κολοσσός με πήλινα πόδια. Αυτό αποδείχτηκε στις αρχές του 5ου αι., όταν αντιμετώπισε κύματα βαρβάρων –Γότθων, Βανδάλων, Σουηβών, Βουργουνδών– που δεν μπορούσαν πια να τα συγκρατήσουν οι ρωμαϊκοί στρατοί, που κι αυτοί αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από βαρβάρους. Η Ρ. καταλήφθηκε και καταστράφηκε πρώτα, το 410, από τους Γότθους του Αλάριχου κι έπειτα το 455, από τους Βάνδαλους του Γενζέριχου. Μέσα στον γενικό μαρασμό επιβαλλόταν διαρκώς περισσότερο η Εκκλησία και δημιουργήθηκαν τα ρωμαιοβαρβαρικά βασίλεια. Είναι όμως αλήθεια πως κι αυτά αφομοιώθηκαν μέσα στη ρωμαϊκή παράδοση: το όνομα της Ρ. εξακολούθησε να θυμίζει ένα παρελθόν μεγαλείου.
Όταν το 476 ο Oδόακρος, βάρβαρος βασιλιάς, βρέθηκε κύριος της Iταλίας, παρέδωσε τα αυτοκρατορικά εμβλήματα στον αυτοκράτορα της Aνατολής, διακηρύσσοντας πως ήθελε να κυβερνά τη P. ως τοποτηρητής του. H χρονολογία αυτή θεωρείται συμβατικά ως επίσημο τέλος της Δυτικής Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας.
Ρωμαϊκή τέχνη.- Οι πρώτες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις τηςαρχαίας Ρ. αποκαλύπτουν, έως ολόκληρο τον 4o αι. π.X., την επίδραση της πιο εξελιγμένης ετρουσκικής τέχνης. Όχι μόνο τα αρχιτεκτονικά μνημεία, πολιτικά και θρησκευτικά, παρουσιάζουν τυπικά ετρουσκικά χαρακτηριστικά τόσο στο δομικό τους σχέδιο όσο και στην τεχνική της κατασκευής τους αλλά και έργα όπως η «Προσωπογραφία του Βρούτου» και η «Λύκαινα του Καπιτωλίου» θεωρούνται κατασκευάσματα εργαστηρίων Ετρούσκων τεχνιτών, όπως η περίφημη χοροπλαστική σχολή των Βηίων, στην οποία ανήκε ο τεχνίτης Βούλκας, που διακόσμησε, στα τέλη του 6ου αι. π.X., το Καπιτώλιο. Στην ετρουσκική επίσης επίδραση πρέπει ίσως v’ αποδοθεί η αρχή των λεγόμενων «θριαμβευτικών ζωγραφικών έργων», των οποίων έχουμε τα πρώτα δείγματα από τον 3o αι. π.X. και τα οποία αποτελούν τα αρχαιότερα γνωστά μέχρι στιγμής δείγματα ρωμαϊκής ζωγραφικής. Τέτοιοι πίνακες, που φέρονταν μέσα από τους δρόμους της πόλης κατά τους επίσημους θριάμβους των Ρωμαίων στρατηγών, απαθανάτιζαν τα σημαντικότερα γεγονότα των νικηφόρων εκστρατειών.
Από τον 3o αι. π.X., η Ρ. κατά τη διάρκεια της επέκτασής της στην ιταλική χερσόνησο, δημιούργησε τις πρώτες σχέσεις με τον πολιτισμό της Μεγάλης Ελλάδας, που θα αντικαταστήσει σιγά-σιγά την ετρουσκική επίδραση και θα ασκήσει βαθύτατη επίδραση στην εξέλιξη της ρωμαϊκής τέχνης. Εκατοντάδες έργα της ελληνικής τέχνης, γλυπτά και ζωγραφικά, αρπάχτηκαν από τις ελληνικές πόλεις της νότιας Ιταλίας, που έπεσαν στην κυριαρχία της Ρώμης.
Για την ικανοποίηση των αισθητικών αναγκών και της μανίας επίδειξης ενός κοινού, που αποδεχόταν όλο και περισσότερο τον ελληνικό πολιτισμό, δεν αρκούσαν πια τα πρωτότυπα έργα τέχνης που μεταφέρονταν στην πόλη: έτσι απέκτησε μεγάλη αξία η τέχνη του αντιγραφέα, που αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε επίσημα. Και ακριβώς στην παραγωγή των ανώνυμων αυτών αντιγραφέων βρίσκονται οι πρώτες εκδηλώσεις εκείνου που θα είναι το μόνιμο χαρακτηριστικό όλης της ρωμαϊκής τέχνης: ο εκλεκτισμός, η τάση δηλαδή της συγκέντρωσης στο ίδιο έργο μορφικών στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικές καλλιτεχνικές παραδόσεις, της ετρουσκικής, της ελληνικής και της ιταλικής.
Ο 1ος αι. π.X., κυρίως με την ώθηση που έδωσε η δικτατορία του Σύλλα, σημειώνει την πρώτη φάση της ρωμαϊκής τέχνης. Η αρχιτεκτονική παρουσίαζα εξαιρετική άνθηση, αποσπάται οριστικά από την ετρουσκική παράδοση και, συνθέτοντας στοιχεία, μορφές και κριτήρια ρυθμού ελληνιστικής έμπνευσης (όπως φαίνεται στο σκηνογραφικό σχέδιο του ιερού του Παλεστρίνα), αρχίζει μια διαδικασία αυτόνομης ανάπτυξης, που θα παρουσιάσει τα σημαντικότερα έργα της κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Κατά την περίοδο αυτή μεγάλη διάδοση και σημασία απόχτησε στη Ρ. η τοιχογραφία, που αναπαρήγαγε τα εικονογραφικά σχέδια των μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, επαναλαμβάνοντας συχνά, με σημαντικές τεχνικές τελειοποιήσεις αλλά χωρίς πρωτοτυπία, θέματα έμπνευσης που επικρατούσαν στη μυθολογία. Αλλά ο μεγάλος νεωτερισμός του 1ου αι. ήταν, στη γλυπτική, η προσωπογραφία με βεριστική διάθεση που, με τη λεπτολόγα αναπαράσταση των λεπτομερειών, έφτασε σε εκφράσεις εντυπωσιακής ψυχολογικής αλήθειας, όπως π.χ. στο «Βελάτο» του Βατικανού. Πλάι σε αυτήν εξακολούθησε να υπάρχει μια προσωπογραφία στενά συνδεμένη με την ελληνιστική πνευματοκρατία, που εκφραζόταν με πιο γαλήνιες και αφηρημένες μορφές. Μια σημαντική μαρτυρία της ρωμαϊκής προσωπογραφίας προσφέρεται και από τα νομίσματα, πολλές φορές αξιοθαύμαστα, όπου ο ύπατος που τα έκοβε τοποθετούσε τη μορφή ενός προγόνου του, γιατί η ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε την αναπαράσταση της μορφής εκείνου που έκοβε το νόμισμα.
Επί Αυγούστου η ρωμαϊκή τέχνη έφτασε σε άγνωστη ως τότε λαμπρότητα και λεπτότητα, αν και πάντα διατηρούσε ένα χαρακτήρα ακαμψίας και ψυχρής αυστηρότητας που συμβιβαζόταν με την ψυχολογία του αυτοκράτορα και την αλλαγή του πολιτικού κλίματος της Ρ. Τυπικό δείγμα των καλλιτεχνικών προτιμήσεων της εποχής του Αύγουστου είναι η Ara Ρacis (που εγκαινιάστηκε στο Πεδίο του Άρεως το 9 π.Χ.). όπου συνυπάρχουν, χωρίς να φτάνουν σε αρμονικό συνδυασμό, τοπικά στοιχεία και ελληνιστικές επιδράσεις (ιδιαίτερα στα ανάγλυφα της πομπής στο πλευρό του κεντρικού βωμού).
Η γλυπτική παρουσιάζει την πλήρη πια αφομοίωση των κανόνων των ελληνικών ρυθμών της τέχνης, κυρίως στη σειρά των προσωπογραφιών του Αύγουστου, όπου ακαδημαϊκά σχέδια με κλασικίζουσα έμπνευση συνδυάζονται με οξύτατη βεριστική ευαισθησία.
Η ζωγραφική της εποχής του Αύγουστου εξακολούθησε να εξελίσσεται με την επιβολή του ελληνιστικού πολιτισμού, με την εμφάνιση των πρώτων ζωγράφων, όπως ο Λούδιος ή ο ανώνυμος διακοσμητής της έπαυλης Λίβια στην Πρίμα Πόρτα. Η ελληνιστική επίδραση είναι εξάλλου ολοφάνερη στη διακόσμηση της κατοικίας της Φαρνεζίνας και στις ζωγραφιές της Έπαυλης των Μυστηρίων στην Πομπηία. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί, απέναντι σε αυτές τις πιο αντιπροσωπευτικές εκδηλώσεις, η παρουσία, κυρίως στις επαρχίες, λαϊκών καλλιτεχνικών ρευμάτων, συχνά με πιο πρακτικούς σκοπούς, που παρήγαν επιτάφια γλυπτά ή ζωγραφικές, επιγραφές καταστημάτων κλπ. Το λαϊκό αυτό ρεύμα, που την εποχή του Αύγουστου είναι ενδιαφέρον κυρίως ως πιστή μαρτυρία του ντυσίματος, θα κυριάρχησει μετά την κρίση του 3ου αι. μ.Χ. ως έκφραση της ανόδου στην εξουσία μιας νέας κοινωνικής τάξης. Κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον Αύγουστο μέχρι τους Φλάβιους, στη Ρ. επικράτησε, κυρίως στην αρχιτεκτονική, η αγάπη προς τα επιβλητικά οικοδομήματα με σκηνογραφικές τάσεις, που διακρίνεται ήδη στο θέατρο του Μαρκέλλου που αποπερατώθηκε το 11 π.Χ. Κατά την περίοδο αυτή χτίστηκαν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά αναθηματικά μνημεία της Ρ., αψίδες και ιστορημένες στήλες, καθώς και αμφιθέατρα, όπως εκείνο της Βερόνας και του Φλάβιου (Koλοσσαίο) στη Ρ. Νέες τεχνικές επέτρεπαν τώρα την κατασκευή περισσότερο περίπλοκων αρχιτεκτονικών κτισμάτων, όπως ο ημισφαιρικός τρούλος (Πάνθεον και Domus Aurea) και η σταυροειδής στοά (Κολοσσαίο).
Η γλυπτική άρχισε να χειραφετείται από την ελληνική επίδραση και vα αποχτά σχεδόν πλήρη αυτονομία στα ανάγλυφα της Αψίδας του Τίτου και σε εκείνα που βρέθηκαν κάτω από το μέγαρο της Καγκελαρίας, όπου τα πρόσωπα συνδυάζονται με νέα προοπτική διάσταση που δίνουν την εντύπωση του χώρου. Στην εποχή αυτή ανάγονται τα σημαντικότερα δείγματα όλης της ρωμαϊκής ζωγραφικής: οι τοιχογραφίες του λεγόμενου Δ’ ρυθμού που διασώθηκαν στις οικίες της Πομπηίας.
Επί Τραϊανού, η ρωμαϊκή τέχνη απέκτησε ένα χαρακτήρα σοβαρού και αυστηρού κλασικισμού. Αυτό φαίνεται τόσο στις αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις της Αγοράς όσο και στα ανάγλυφα της Τραϊανής Στήλης, στα τελευταία από τα οποία η ρωμαϊκή γλυπτική αποχτά καλλιτεχνική συνείδηση άγνωστη ως τότε: στα 200 μέτρα όπου αναπτύσσεται η εξιστόρηση, ο άγνωστος καλλιτέχνης κατόρθωσε να αναπαραστήσει τα πρόσωπα και τα γεγονότα της εκστρατείας εναντίον των Δακών με εξαιρετική εκφραστική δύναμη και ψυχολογική διείσδυση, απόλυτα σύμφωνη με την ανανεωμένη πνευματικότητα της εποχής.
Με τον Αδριανό, επιβάλλεται πάλι στη Ρ. η ελληνιστική τεχνοτροπία, διαποτισμένη πια με έντονη μελαγχολία, εκλεπτυσμένη και τέλεια αλλά εξαντλημένη. Από τα μνημεία που αξίζει vα αναφερθούν είναι: η Αδριανή έπαυλη κοντά στο Τίβολι, ο ναός της Αφροδίτης στη Ρ., κοντά στη Ρωμαϊκή Αγορά, και το Πάνθεον, που ανοικοδομήθηκε οριστικά έπειτα από πυρκαγιές και αναστηλώσεις.
Η γλυπτική, που ασκήθηκε ειδικά στην αναπαράσταση του Αντίνοου, μαρτυρεί την επιστροφή στους φειδιακούς τρόπους. Ρωμαλεότερος κλασικισμός διακρίνεται στην καλλιτεχνική παραγωγή, κυρίως στη γλυπτική, της εποχής των Αντωνίνων. Δεν είχε περάσει ούτε ένας αιώνας από τότε που είχε στηθεί η Τραϊανή Στήλη, ενώ η Αντωνινιανή Στήλη, που στήθηκε προς τιμήν του Μάρκου Αυρήλιου, δείχνει πόσο είχε αλλάξει η καλλιτεχνική αντίληψη: τα θέματα είναι τα ίδια, αλλά το ανάγλυφο είναι περισσότερο πλαστικό και σταθερό και η οργανική απάθεια των μορφών διαλύεται σε εκφραστικές παραμορφώσεις.
Την εποχή του Κόμμοδου η ρωμαϊκή τέχνη σημειώνει ένα σημαντικό σταθμό της επίπονης εξέλιξής της, φτάνοντας στην πλήρη κυριαρχία των εκφραστικών μέσων της. Στα ανάγλυφα που ενσωματώθηκαν στην Αψίδα του Κωνσταντίνου και απαθανατίζουν επεισόδια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου, η νέα αντίληψη του χώρου, που είχε εκδηλωθεί την εποχή των Φλάβιων, επιβλήθηκε απόλυτα, ενισχυμένη από έντονα ζωγραφική αντίληψη, με την οποία τα πρόσωπα φαίνονται να ξεπηδούν έξω από το φόντο. Η εποχή του Σεπτίμιου δίνει καθαρή την εικόνα των συνδυασμών των ρυθμών που είχαν γίνει στον ρωμαϊκό κόσμο, αντιπαραβάλλοντας το δυτικό ρεαλιστικό όραμα, που υπάρχει στα ανάγλυφα των δυο αψίδων που στήθηκαν στη Ρ., η μια στην Αγορά και η άλλη των Argentarii στο Βελάμπρο, με τον κλασικίζοντα ιδεαλισμό των ανάγλυφων που βρέθηκαν στη Λέπτις Μάγκνα. Την περίοδο αυτή οικοδομήθηκαν στις αφρικανικές επαρχίες πολλά κτίρια, από τα οποία ξεχωρίζει η βασιλική της Λέπτις Μάγκνα, που προαγγέλλει τη χριστιανική βασιλική.
Από το σχεδόν μπαρόκ εξπρεσιονισμό της εποχής των Σεβήρων έχουμε, μεταξύ των άλλων, μαρτυρίες σε ανάγλυφα και σαρκοφάγους που ποικίλλουν από τις συμβολικές αναπαραστάσεις των ερωτικών παιχνιδιών μέχρι τις ρεαλιστικές των αρματοδρομιών στον ιππόδρομο. Κατά τα πενήντα χρόνια που μεσολαβούν από τους Σεβήρους έως τον Διοκλητιανό, η ρωμαϊκή τέχνη υπέστη ταραχώδη εξέλιξη, επηρεασμένη, όπως ήταν αναπόφευκτο, από την ταραγμένη πολιτική ζωή και από τις αντιτιθέμενες προτιμήσεις των αυτοκρατόρων, που διαδέχονταν ο ένας τον άλλο στην εξουσία και φιλοδοξούσαν να θέσουν τους κανόνες των κατευθύνσεων της τέχνης. Έτσι, ενώ με τον Μαξιμίνο τον Θράκα, τοω Φίλιππο τον Άραβα και τον Τραϊανό Δέκιο η ρωμαϊκή προσωπογραφία δοκίμασε ως τις ακραίες συνέπειες την εξπρεσιονιστική διάθεση (παραμορφώνοντας τα πρόσωπα ώστε να τους δίνει εντύπωση βαρβαρικής αγριότητας), με τον Γαλιλαίο στρέφεται προς μια νεφελώδη πλαστικότητα, εμπνευσμένη από τονρυθμό της εποχής του Αδριανού· ενώ κατά το δεύτερο μισό του 3ου αι. μ.Χ. έχουμε απλοποίηση των μορφών με αυστηρό και απλό ρεαλισμό, όπως παρουσιάζεται στα νομίσματα του Αυρηλιανού. Μεγάλη σημασία απέκτησαν κατά την περίοδο αυτή οι ιστορημένες σαρκοφάγοι, που γρήγορα κατέληξαν vα αντικαταστήσουν τα ιστορικά ανάγλυφα.
Παράλληλα με την ειδωλολατρική τέχνη άρχισαν να παρουσιάζονται οι πρώτες εκδηλώσεις της χριστιανικής τέχνης. Ο Διοκλητιανός ανάπτυξε εξαιρετική πολεοδομική δραστηριότητα, που συγκεκριμενοποιήθηκε με το χτίσιμο πολλών θερμών, που έφεραν το όνομά του και αποτελούσαν το μεγαλοπρεπέστερο λουτρικό συγκρότημα της Ρώμης, και του κλειστού ανάκτορου του Σπαλάτο, που το σκέφτηκε σαν μόνιμο στρατόπεδο περιβαλλόμενο από τείχος που περιέκλειε ένα ναό, ένα περιστήλιο, ένα μαυσωλείο και κατοικίες.
Δείγματα της γλυπτικής της περιόδου αυτής είναι τα τέσσερα συμπλέγματα σε πορφυρίτη, δυο από τα οποία βρίσκονται στη Βενετία και άλλα δυο στη Βατικανή Βιβλιοθήκη και που το καθένα τους παριστάνει ένα ζευγάρι αυτοκρατόρων. Στα γλυπτά αυτά εξαφανίζεται κάθε ίχνος υποταγής στην ελληνιστική πλαστική! παράδοση για να δώσει τη θέση της σε απόλυτη ελευθερία έκφρασης που εκφράζει πιστά τις προτιμήσεις της εποχής.
Από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά μνημεία της Ρ. είναι η βασιλική του Μαξεντίου (που τροποποίησε και αποπεράτωσε ο Κωνσταντίνος), λαμπρό κτίριο με τρεις σηκούς πλευρικές κόγχες, που καλύπτεται από μια σταυροειδή αψίδα.
Ο Κωνσταντίνος, για να δοξάσει τη νίκη του στο Πόντε Μίλβιο, έστησε μια θριαμβευτική αψίδα με τρία κέρατα, πλούσια διακοσμημένη ανάγλυφα των προηγούμενων εποχών ή που κατασκευάστηκαν επίτηδες. Συμβολικές αναπαραστάσεις και αφηγηματικές λεπτομέρειες, μαζί με τις μετωπικές απεικονίσεις, με τη συμμετρία και τις ιεραρχικές αναλογίες (με τις οποίες η μορφή του αυτοκράτορα δεσπόζει πάνω από όλες) είναι τα εκφραστικά μέσα που χαρακτηρίζουν τα ανάγλυφα αυτά.
Κατά τα τέλη του 4ου αι. το κέντρο της τέχνης μετατοπίστηκε από τη Ρ. στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρίσκονται οι βάσεις του οβελίσκου του Θεοδόσιου, η στήλη του Μαρκιανού και όπου καταστράφηκε τον 18o αι. η στήλη του Αρκάδιου, γνωστή από σχέδια.
Αρκετά σημαντική μαρτυρία της περιόδου αυτής της ρωμαϊκής τέχνης μένει το ψηφιδωτό, ενώ η ζωγραφική, μετά το τέλος της Πομπηίας, διατηρήθηκε σε μερικούς τάφους της Όστιας και, κατ’ αντανάκλαση, στις χριστιανικές εικονογραφήσεις των κατακομβών.
Λατινική γλώσσα.- Η γλώσσα της Ρ. ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία και έχει ιδιαίτερες συγγένειες με μερικές από τις γλώσσες της ομάδας αυτής. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα αυσωνικο-σικουλικά ιδιώματα που τα μιλούσαν στις τυρρηνικές ακτές από τα Ποντινά Έλη μέχρι τη Σικελία: αν και από τα ιδιώματα αυτά σώζονται μόνο σπάνια ίχνη, οι συμπτώσεις με τα λατινικά είναι τέτοιες ώστε να δημιουργούν την πεποίθηση ότι από τις πηγές του Τίβερη μέχρι τη Σικελία, πριν να φτάσουν εκεί άλλα φύλα, υπήρχε στην αρχαία Ιταλία, μεταξύ του 1000 και του 500 π.Χ., μια συμπαγής γλωσσική ζώνη, της οποίας η λατινική ήταν μόνο μια μορφή, αν και η τυχερότερη, γιατί ήταν η γλώσσα της Ρ. Πολυάριθμες φωνηματικές, μορφολογικές και λεξικές συγγένειες συνδέουν τη λατινική με τις οσκοουμβρικές διαλέκτους, με τις οποίες είχε –κατά πολλούς μελετητές– αρκετά στενές σχέσεις από την προϊστορική ακόμα εποχή (όταν οι φυλές που μετέφεραν τα λατινικά και τις οσκοουμβρικές διαλέκτους ήταν ακόμα εγκαταστημένες στα Β των Άλπεων): οι δεσμοί έπειτα χαλαρώθηκαν και τα ιδιώματα διαφοροποιήθηκαν όταν οι Λατίνοι, κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία, κατέβηκαν στην Ιταλία, για να ξανασυγχωνευθούν πάλι όταν, έπειτα από μερικούς αιώνες, ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο και οι Οσκοούμβροι και επιβλήθηκαν έως ένα βαθμό (πάνω στις ακτές του Τυρρηνικού, στα Ν της Ρώμης) στις λατινοσικελικές φυλές. Για τον χαρακτηρισμό του συνόλου που σχημάτιζαν οι λατινοσικελικές και οι οσκοουμβρικές γλώσσες χρησιμοποιείται συχνά η ονομασία ιταλική, που παλαιότερα δινόταν μόνο στις οσκοουμβρικές διαλέκτους. Σε σχέση με άλλες πιο απομακρυσμένες γλώσσες, είναι σχετικά πολλές οι μορφολογικές και οι λεξιλογικές συγγένειες μεταξύ της λατινικής και των κελτικών και γερμανικών ιδιωμάτων: πρόκειται ασφαλώς για συγγένειες που οφείλονται στη γειτονία σε προϊστορικούς χρόνους. Αντίθετα δεν μπορεί να γίνει λόγος περί γειτονίας (όταν λάβουμε υπόψη τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δυο ιδιωμάτων) για τις συμπτώσεις, κυρίως τις λεξιλογικές, μεταξύ των λατινικών και των αρχαίων ινδικών: για να τις εξηγήσουμε μπορούμε μόνο να σκεφτούμε πως πρόκειται για αρχαϊσμούς, που χάθηκαν στις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλωσσικές περιοχές, αλλά διατηρήθηκαν στις πιο περιθωριακές γλώσσες της περιοχής. Μορφολογικές, ετυμολογικές και μορφωτικές παρατηρήσεις ενισχύουν την υπόθεση αυτή: οι λατινοϊνδικές λεξιλογικές συμπτώσεις (rex, ignis κλπ.) συναντώνται κυρίως στο πιο αρχαϊκό θρησκευτικό από άποψη μορφής και σημασίας λεξιλόγιο.
Στο διαπιστωμένο συντηρητισμό του λεξικού αντιπαρατάσσεται η ανανεωτική facies του φωνηματικού και μορφολογικού λατινικού συστήματος. Στην περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ των πρώτων αποσπασματικών στοιχείων (σπόνδυλο της Ρωμαϊκής Αγοράς: τέλος του 6ου αι. π.X.) και των πρώτων στοιχείων με κάποια έκταση (3ος αι. π.X.) η λατινική γλώσσα γνώρισε μια σειρά σημαντικών μεταβολών στη φωνολογία, ιδιαίτερα στα φωνήεντα. Οι δίφθογγοι σε -u απλοποιήθηκαν όλες, εκτός από την au, σε μονόφθογγους, οι δίφθογγοι σε -i διατηρήθηκαν ως ένα βαθμό, αλλά το ai έγινε ae- το οι –κατά τις περιπτώσεις– μετέπεσε σε oe ή, συχνότερα, σε I και u. Τα άτονα εσωτερικά φωνήεντα παρουσιάζουν φαινόμενα απόσβεσης ή συγκοπής. Ακόμα και στη μορφολογία, οι νεωτερισμοί είναι σημαντικοί: οι πτώσεις, από οχτώ περιορίστηκαν σε πέντε· ο δυϊκός εξαφανίζεται από όλη την κλίση των ουσιαστικών, ενώ στο ρήμα οι αρχαίοι αόριστοι (vixi) και οι αρχαίοι παρακείμενοι με αναδιπλασιασμό (cecini) ή ισχυροί (vidi) συγχέονται σε μια μόνο κατηγορία, του «τετελεσμένου»· οι συνθετικές μορφές παραχωρούν τη θέση τους, στην παθητική, σε πιο αναλυτικές μορφές (amatus sum) και η μέση φωνή εξαφανίζεται· οι μεταβολές των φωνηέντων έχουν ως συνέπεια ότι από την αρχαία αποφωνία απομένουν μόνο ίχνη, αλλά το παιχνίδι της εναλλαγής των φωνηέντων δεν επιζεί πια.
Από την εποχή που υπάρχουν τα πρώτα λόγια στοιχεία, η λατινική γλώσσα παρουσιάζεται γεμάτη από ελληνικά λεξικογραφικά στοιχεία. Η ιστορία της λόγιας λατινικής είναι, μπορεί να πει κανείς, η ιστορία της αφομοίωσης ελληνικών στοιχείων, ιδιαίτερα με τις σημαντικές αντιγραφές. Ενώ τα πρώτα ελληνικά στοιχεία είναι λαϊκού τύπου και φαίνονται να μπήκαν περνώντας από τα ετρουσκικά (ampulla, gubernare), αργότερα η ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται ως πηγή πλουτισμού του μορφωμένου λατινικού λεξιλογίου (Ρhilosophus, tragoedia) ή αντιγραφών. Παλιές λατινικές λέξεις, όπως ratio (μέτρο), ars (επάγγελμα), φαίνονται να αποkτούν τις πολυπλοκότερες έννοιες των ελληνικών λέξεων στις οποίες αντιστοιχούσαν κατά ένα μέροςq έτσι η λέξη λόγος στα ελληνικά σήμαινε τόσο το «μέτρο», όσο και τη «σκέψη» και τη «λογική», και τέχνη σήμαινε «επάγγελμα», «τεχνική», «επιστήμη», «καλλιτεχνία»: οι περιπλοκότερες αυτές έννοιες συνδυάστηκαν με τις λέξεις ratio και ars που απékτησαν νέες σημασίες. Η διαδικασία της ελληνολατινικής αφομοίωσης, συνεχής σε όλη την αυτοκρατορική περίοδο, ενισχύθηκε στους χριστιανούς συγγραφείς. Παράλληλα η φωνομορφολογική γραφή της γλώσσας άρχισε να αφομοιώνει νεωτερισμούς που είχαν ήδη σημειωθεί στην κοινή και λαϊκή γλώσσα από πολλούς αιώνες, αλλά που ως τότε έμεναν έξω από τη λόγια γραπτή γλώσσα· έτσι ο μονοφθογγισμός των παλιών διφθόγγων au, ae, φαινόμενο που ήταν ήδη γνωστό (και παραδεκτό) από τον Κικέρωνα, επιβλήθηκε απόλυτα· τα τελικά σύμφωνα απορρίπτονται· οι πτώσεις ελαττώνονται σημαντικά: αντί της ονομαστικής απομένει μόνο η αιτιατική, με πολλούς προορισμούς που προσδιορίζονται με την πρόταξη διάφορων προθέσεων· πολλαπλασιάζονται οι αναλυτικοί τύποι του ρήματος· στη θέση παλαιότερων λέξεων παρουσιάζονται λαϊκοί νεολογισμοί (οιλέξεις caballus, bucca αντικαθιστούν τις equus, os κλπ.) ή υποκοριστικά (auricula αντί auris κλπ.). Οι διάφοροι νεωτερισμοί επικρατούν κατά διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα τμήματα της αυτοκρατορίας: η συμπαγής λατινική, υπονομευόμενη από διαρκώς βαθύτερες διαφοροποιήσεις, διαλύεται και αφήνει να διαφαίνεται, όσο η αυτοκρατορία παραχωρεί τη θέση της στα βαρβαρικά βασίλεια, η μεγάλη ποικιλία των ρομανικών* γλωσσών.
Λατινική λογοτεχνία Κάθε υποδιαίρεση της λατινικής λογοτεχνίας σε περιόδους καταντά αφηρημένη, συμβατική και συνήθως αδύνατη: τόσο η σχολαστική –περίοδος των αρχών, αρχαϊκή, χρυσή, αργυρά, της παρακμής– όσο και εκείνη που τη χωρίζει στις δυο φάσεις της ετρουσκικής επίδρασης (από τις αρχές μέχρι τον πόλεμο του Τάραντα) και της ελληνικής επίδρασης (από τα μέσα του 3ου αι. π.X. έως τα τέλη της αυτοκρατορίας). Αν και η τελευταία είναι περισσότερο σύμφωνη με την ιστορική πραγματικότητα, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι η ελληνική επίδραση είναι πολύ παλαιότερη από τον 3o αι. π.X. και πιο συγκεκριμένα από τον 6o και τον 4o αι., όταν –αφού αφομοιώθηκε τελείως ο ετρουσκικός πολιτισμός– με τη μεσολάβηση των αποικιών της νότιας Ιταλίας ο ελληνικός πολιτισμός είχε ήδη εισχωρήσει στη Ρ. και στο Λάτιο, εγκαταλείποντας επιρροές τόσο σημαντικές όσο και οι ετρουσκικές (αρκεί να σκεφτούμε το λατινικό αλφάβητο που είναι ελληνικής καταγωγής και μπήκε από την ιωνική Κύμη, που είχε ιδρυθεί από Χαλκιδαίους άποικους). Λέγεται επίσης ότι για να έχει κανείς ένα πανόραμα της λατινικής λογοτεχνίας οφείλει, ακόμα και αφού λάβει υπόψη του τους διάφορους παράγοντες που προέρχονται από τις επιδράσεις και τις ανταλλαγές, να λάβει υπόψη του την πολιτική ιστορία της Ρώμης.
Για πέντε ολόκληρους αιώνες, που μεσολαβούν από την ίδρυση της Ρ. μέχρι την εποχή του Άππιου Κλαύδιου, η λατινική λογοτεχνία αναπτύχθηκε μόνο στο λαϊκό χώρο. Τα μνημεία που σώζονται από την αρχική φάση είναι μάλλον σπάνια και βρίσκονται κυρίως σε επιγραφές με δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα: από τις πιο σεβαστές είναι εκείνες που βρέθηκαν χαραγμένες πάνω σε φύλλο χρυσού στην Πραίνεστο, πάνω στη λεγόμενη «μαύρη πέτρα», που βρέθηκε στη Ρωμαϊκή Αγορά, και στο αγγείο του Δουήνου. Στοιχειώδεις μορφές ποίησης μαρτυρούνται έπειτα στα ελάχιστα άσματα με θρησκευτικό χαρακτήρα καθώς και σε αρχαιότατες προσευχές και σύντομες λειτουργικές εκφράσεις με πεζή ή ποιητική μορφή, που ανευρίσκονται στους νόμους της Δωδεκαδέλτου (δεύτερο μισό του 5ου αι. π.X.). Αρκετά νεότεροι είναι μερικοί νεκρικοί αίνοι γραμμένοι σε σατουρνείους στίχους (αρχαία ελληνική και λατινική μετρική*), ενώ δεν ξέρουμε τίποτα για μερικά επικά άσματα που τραγουδούσαν νεαροί τραγουδιστές κατά τα συμπόσια, στα οποία πολλοί θέλησαν να βρουν τον παραδοσιακό θησαυρό από τον οποίο άντλησε το περιεχόμενό της η μεγάλη επική ρωμαϊκή ποίηση, που απόχτησε λογοτεχνική αξία κατά το δεύτερο μισό του 3ου αι. π.X. με τον Ναίβιο. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό ότι τα καλύτερα προϊόντα της λαϊκής ρωμαϊκής ποίησης της μακρότατης περιόδου των αρχών της εκφράστηκαν στις saturae και στις άλλες απλοϊκές και αθυρόστομες θεατρικές παραστάσεις που αυτοσχεδίαζαν οι αγρότες κατά τις τελετές που έκαναν να πετύχουν την ευφορία της γης και στα οποία δόθηκε το όνομα φεσκεννικά και ατελλανά (*ατελλανά δράματα).
Αληθινή λατινική λογοτεχνία αρχίζει να εμφανίζεται από τότε που παρουσιάστηκαν δίγλωσσοι συγγραφείς, όπως ο Λίβιος Ανδρόνικος και ο Ναίβιος, που έζησαν για πολύ καιρό σε στενή επαφή με τους Έλληνες των αποικιών και εγκαταστάθηκαν αργότερα στη Ρ., όπου μετέφρασαν για τους Ρωμαίους τα αριστουργήματα της ελληνικής αρχαϊκής ποίησης, καθώς και της σύγχρονης: ο ρωμαϊκός πολιτισμός έδειξε από τότε την εξαιρετική του ικανότητα αφομοίωσης, που ήταν γρήγορη όσο ποτέ.
Η χωρίς διάκριση εισαγωγή των ελληνικών έργων, που την ενθάρρυνε η τάξη των πατρικίων μετά τον πόλεμο του Τάραντα, είχε ως αποτέλεσμα ότι τα πρώτα τεκμήρια της λατινικής έντεχνης λογοτεχνίας περιορίζονται γενικά σε ελεύθερες μεταφράσεις ή προσαρμογές των ελληνικών πρότυπων. Έτσι, το πρώτο δείγμα λατινικής επικής ποίησης, είναι η μετάφραση της ομηρικής Οδύσσειας από τον Λίβιο Ανδρόνικο και οι πρώτες θεατρικές απόπειρες που έγιναν από τον ίδιο τον Ανδρόνικο και τον Ναίβιο και που, όπως αποκαλύπτουν οι τίτλοι και τα ελάχιστα αποσπάσματα που διασώθηκαν, επαναλάμβαναν τύπους και εκφράσεις παρμένες από το ελληνικό τραγικό και κωμικό θέατρο του 4ου αι. π.X. Στην ίδια γραμμή, αν και με επίδραση κυρίως του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, είναι η δραματική παραγωγή του Έννιου και του Πακούβιου και η κωμική του Κεκίλιου Στάτιου. Αλλά και σε αυτήν την αρχαϊκή φάση, αν και σχεδόν όλοι οι Λατίνοι ποιητές δεν ήταν ρωμαϊκής καταγωγής, η ενεργή επίδραση της παράδοσης γίνεται αισθητή: ο Ανδρόνικος μεταφράζοντας την Οδύσσεια δεν χρησιμοποιεί το εξάμετρο, αλλά το ιταλικό σατούρνειο (κρόνιο) μέτρο· τον ίδιο στίχο χρησιμοποιεί και ο Ναίβιος στον Καρχηδονιακό Πόλεμο (Bellum Ρoenicum) με τον οποίο εγκαινίασε το λατινικό έπος με ρωμαϊκή μορφή και περιεχόμενο· ο Έννιος, αντίθετα στα Χρονικά (Annales), ενώ εισάγει στη Ρ. το ομηρικό εξάμετρο, αναφέρεται, για το υλικό του ποιήματός του, στην τυπική παράδοση των Χρονικών που συνέτασσαν χρόνο με το χρόνο οι μέγιστοι ποντίφηκες. Η ίδια προσπάθεια για τη μεταφορά λατινικών θεμάτων σε ελληνικές μορφές παρατηρείται και στο χώρο του θεάτρου: στην τραγωδία, όπου είναι αυστηρότερη η ελληνική μίμηση, ο Ναίβιος αντιτάσσει την Ρraetexta· και γρήγορα, πλάι στην κωμωδία με ελληνικά πρότυπα, που λεγόταν Ρalliata, παρουσιάστηκε η κωμωδία togata, ίσως κι αυτή δημιούργημα του ανήσυχου πνεύματος του Ναίβιου. Στο Ναίβιο επίσης πρέπει να αποδοθεί η χρήση της «προσαρμογής» (contaminatio): ελεύθερης απόδοσης μιας ελληνικής κωμωδίας, όπου παρεμβάλλονται στοιχεία παρμένα από άλλες κωμωδίες. Το τέχνασμα αυτό το χρησιμοποίησαν πάρα πολύ οι δυο μεγάλοι εκπρόσωποι του λατινικού θεάτρου, ο Πλαύτος και ο Τερέντιος.
Η επαφή με τις λεπτότητες της ελληνικής τέχνης, στο μεταξύ, καθώς γίνονταν στενότερες οι σχέσεις με όλες τις ελληνικές αποικίες της νότιας Ιταλίας εξαιτίας του πολέμου με την Καρχηδόνα, προκάλεσε αισθητή μεταβολή των ρωμαϊκών ηθών, που είχαν χάσει πολλή από την παλιά τους αυστηρότητα. Όταν όμως κατά τα τέλη του 3ου αι. π.X. ο Αννίβας σάρωνε ολόκληρη την Ιταλία, ως μόνη σωτηρία παρουσιάστηκε η επιστροφή στην παλιά αυστηρή παιδεία: έτσι ο Ναίβιος, αν και γνώστης όλων των μυστικών της ελληνικής ποίησης, σύνθεσε, σε καθαρά ρωμαϊκούς τόνους και αναφερόμενος στις παλιές δόξες, τον Καρχηδονιακό Πόλεμο, για να ενθαρρύνει τους συμπολίτες του στην πάλη και στη νίκη· και μόλις λίγες δεκαετίες αργότερα, ενώ ακόμα αντηχούσαν στη Ρ. οι παιάνες για το θρίαμβο του Σκιπίωνα του Αφρικανού, η φωνή του Ρώμησπουδαιότερου κήνσορα, του Μάρκου Πορκίου Κάτωνα, που για μισό σχεδόν αιώνα κυριαρχούσε στη ζωή της δημοκρατίας, προκαλούσε, εναντίον των εκλεπτυσμών του ελληνικού πολιτισμού, την αριστοκρατική αντίδραση που μόλις κατόρθωνε να επιβραδύνει τη μοιραία εξέλιξη του ρωμαϊκού πολιτισμού. Κατά τα μέσα του 2ου αι. π.X., ενώ το τραγικό θέατρο, που πλησίαζε στην εξάντλησή του, λίμναζε στη στείρα μονομαχία μεταξύ του αισθηματισμού του γέρου Πακούβιου και του ρητορισμού του νεαρού αντίπαλου του Ακκίου, το κωμικό θέατρο, αφού χάθηκε νεότατος ο Τερέντιος, επέζησε κατά κάποιο τρόπο στη satura, την άμορφη θεατρική έκφραση με μακρινή ιταλική καταγωγή, που ήδη ο Έννιος και ο Πακούβιος είχαν υψώσει σε λογοτεχνικό είδος και από το οποίο ο Λουκίλιος δημιούργησε ένα νέο λογοτεχνικό «είδος», διατυπωμένο στη μετρική μορφή που επανέλαβαν κατά την αυτοκρατορική εποχή ο Οράτιος, ο Πέρσιος και ο Γιουβενάλις και που επιδίωκε κυρίως να εκφράσει την αυστηρή κρίση των ποιητών για την επικρατούσα ηθική.
Στο μεταξύ, με την κατάκτηση της Ελλάδας, η Ρ. ήταν σε θέση να παραιτηθεί από την αναγκαστική μεσολάβηση των ελληνικών αποικιών της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας και να αναζητήσει τις διάφορες μορφές του ελληνικού πολιτισμού στις ίδιες τις πηγές του. Ενώ πριν από το 146 π.Χ. οι Λατίνοι γνώριζαν τον ελληνικό πολιτισμό μόνο από ό,τι είχε διαδοθεί στις περιφερειακές περιοχές, από τα τέλη του 2ου αι. π.X. δεν υπήρχαν νεαροί πατρίκιοι ή έξυπνοι πληβείοι που να μην τρέξουν από τη Ρ. στην Ελλάδα για να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους· συγχρόνως καλούσαν από την Ελλάδα δασκάλους και φιλόσοφους σε αριθμό που δεν μειώθηκε ποτέ ως το τέλος της αυτοκρατορικής εποχής. Τότε γνώρισαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και οι Ρωμαίοι έδειξαν μεγαλύτερο ενθουσιασμό για τα σύγχρονα ρεύματα του στωικισμού και του επικουρισμού: στον Επίκουρο άλλωστε τον 1o αι. π.X. η κοσμική και μελαγχολική μεγαλοφυΐα του Λουκρήτιου έστησε, με το Περί φύσεως (De rerum natura), ένα άφθαρτο μνημείο, ενώ η ρητορική παράδοση, που είχαν εγκαινίασα στην Ελλάδα οι σοφιστές από τον 5o αι. π.X., κατάκτησε την αθανασία στον 4o αι. π.X. με την ασύγκριτη ευγλωττία του Δημοσθένη. Η ρωμαϊκή πολιτική ζωή απαιτούσε πια μια περισσότερο έντεχνη ρητορική ικανότητα· ανάλογα με τις προσωπικές τους ικανότητες και τις προτιμήσεις τους, οι Ρωμαίοι μέλλοντες ρήτορες ακολουθούσαν τα ρεύματα που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα, τον αττικισμό και τον ασιανισμό και από τον συνδυασμό τους γεννήθηκε, κατά την καισαρική εποχή, η σαφής και θερμή ρητορική του Κικέρωνα. Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας ο ρωμαϊκός πολιτισμός πλουτίστηκε τέλος και με ιστοριογραφία. Mέχρι την εποχή του Σύλλα, όπως είχε συμβεί και στην Ελλάδα έως την εποχή του Ηρόδοτου, η ιστορία δεν είχε ξεπεράσει τα σεβάσμια όρια των χρονικών, αλλά η γνώση των μεγάλων έργων της αττικής ιστοριογραφίας του 5ου και του 4ου αι. π.X., καθώς και των αρχών της ελληνιστικής εποχής, είχε ως αποτέλεσμα ότι, με το Σαλλούστιο, αναπτύχθηκε και στους Ρωμαίους η ανάγκη να ξανασκεφτούν την ιστορία τους με κριτικό πνεύμα.
Η συνεχής αυτή και στενή επαφή προκάλεσε, στις αρχές του 1ου αι. π.X., μια βαθιά μεταβολή και στις ποιητικές τάσεις, ανάλογη με την επανάσταση που είχε σημειωθεί και στην ελληνική ποίηση με τη νέα αλεξανδρινή αισθητική (*Καλλίμαχος). Από τον κύκλο των αλεξανδριζόντων Ρωμαίων ποιητών (*νεότεροι ποιητές) αναδείχτηκε στο πρώτο μισό του 1ου αι. π.X. ένας, από τους μεγαλύτερους Λατίνους λυρικούς ποιητές, ο Κάτουλλος.
Κατά την εποχή του Καίσαρα, ποιητές και πεζογράφοι έθεσαν τις βάσεις πάνω στις οποίες η λατινική λογοτεχνία θα συνέχιζε να ακμάζει σε όλους τους τομείς κατά τους αιώνες της αυτοκρατορίας έως την πτώση της. Αναφερόμενος στις μυθικές παραδόσεις που είχαν ήδη συγκεντρωθεί από τον Ναίβιο στον Καρχηδονιακό Πόλεμο, ο Βιργίλιος θέλησε να στηρίξει στην Αινειάδα τη θεία καταγωγή της αυτοκρατορίας, ενώ ο Οβίδιος στο Ημερολόγιο (Fasti) υμνούσε την καταγωγή της παλαιάς θρησκείας των προγόνων: με κάθε τρόπο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυγούστου (31 π.Χ. -14 μ.Χ.), γινόταν προσπάθεια να δικαιολογηθεί η γέννηση της αυτοκρατορίας με την τεχνητή σύνδεση της καταγωγής της πόλης και της πρώτης βασιλικής εποχής και της αντιιστορικής αναπόλησης της αγνότητας των αρχαίων αυστηρών παραδόσεων. Από αυτό γεννήθηκε ο ψεύτικος μύθος της Ρax Augustea, στην οποία υποτάσσεται ακόμα και η πολιτική λυρική του συγκρατημένου και αριστοκρατικού Οράτιου· από αυτό επίσης προέρχεται, ενώ από ημέρα σε ημέρα αύξαιναν οι συναλλαγές με την Ανατολή που μόλις είχε ανοιχτεί και από την Ανατολή συνέρεαν στη Ρ. αμύθητα πλούτη, μαζί με νέες θρησκείες και νέα ήθη, η μάταιη εξύμνηση της από πολύ καιρό εγκαταλελειμμένης αγροτικής ζωής που επιχειρεί ο Βιργίλιος στα Βουκολικά και στα Γεωργικά, ακολουθώντας μια τάση που συνέχισαν οι ελεγειακοί της εποχής του Αυγούστου, Τίβουλλος και Προπέρτιος. Πολύ ειλικρινέστεροι αποδεικνύονται, αντίθετα, ο Βιργίλιος και ο Οράτιος, ο Τίβουλλος και ο Προπέρτιος και αυτός ακόμα ο Οβίδιος όταν ασχολούνται με θέματα που τους ταιριάζουν περισσότερο σε αλεξανδρινή ακόμα μορφή, αλλά διυλισμένη μέσα από την ώριμη προσωπική εμπειρία τους.
Η πραγματικότητα της αυτοκρατορίας επιβάλλεται δραματικά στη συνείδηση των ιστορικών: ο Τίτος Λίβιος την εποχή του Αυγούστου, ο Τάκιτος την εποχή της δυναστείας των Φλάβιων, έχουν την τάση να καταφεύγουν στα ιδανικά του δημοκρατικού παρελθόντος, συνδεδεμένα με το όνειρο μιας αδύνατης επιστροφής. Το θέαμα της Ρ. και της αυτοκρατορίας, που είχε γεννηθεί φέρνοντας μέσα της τα σπέρματα της μελλοντικής πτώσης της, προκαλεί πότε το γέλιο και πότε την περιφρόνηση των σατιρικών ποιητών, που έχουν κι αυτοί, όπως και οι ιστορικοί, τη διάθεση να εξυμνούν το παρελθόν. Σιγά-σιγά η Ρ. και τα ρωμαϊκά ήθη έπαψαν να έχουν τίποτε το ρωμαϊκό: η αυστηρή λατρεία των προγόνων πνίγηκε μέσα στις οργιαστικές και ασκητικές θρησκείες της Ανατολής: τα βασικά στηρίγματα της αρχαϊκής ηθικής είχαν γκρεμιστεί από τη δημόσια και ιδιωτική ζωή που είχε επηρεαστεί από την Ανατολή: ξεχάστηκε η ανάμνηση μιας ακατανίκητης δύναμης· με λίγα λόγια όλα έδιναν αφορμή στην καλοπροαίρετη επίκριση του Οράτιου, στην περιφρόνηση του Πέρσιου, στην ειρωνεία του Μαρτιαλίου, στην αγανάκτηση του Γιουβενάλι, στο μυστηριώδες γέλιο του Πετρωνίου, καθώς και στην ψευδοφιλοσοφική διατριβή του Σενέκα. Στα τέλη της εποχής του Αυγούστου είχε αρχίσει πια η πτώση της λατινικής ποίησης: η μετά τον Βιργίλιο εποχή, που τονίζεται από τον μακάβριο τόνο του Λουκανού, εγκαταλείπεται με τον Σίλβιο Ιταλικό, με τον Βαλέριο Φλάκκο και με τον Στάτιο στην περισσότερο ή λιγότερο επιτυχή μίμηση του Βιργίλιου και των ελληνιστικών επικών προτύπων του: η σάτιρα, της οποίας το περιεχόμενο αναλάμβανε φαινομενικά το έργο που ανήκει στους ποιητές μπροστά στη σύγχρονη πραγματικότητα, ταυτίζεται με τη ρητορική, που, με τη σειρά της, καταλήγει να γίνει με τον καιρό απλή σχολική άσκηση, έστω και αν από τη σχολή του Κουιντιλιανού βγήκαν αξιόλογοι συγγραφείς, όπως ο Πλίνιος ο Νεότερος, ακόμα και μεγαλοφυείς, όπως ο Τάκιτος· η ιστοριογραφία, με τον Σουητώνιο, ξεπέφτει προς την ανεκδοτολογία ελληνιστικού τύπου, που ενδιαφέρεται περισσότερο για σοφιστικές επιδιώξεις παρά για την αυστηρότητα της ιστορικής κριτικής: προθήκη που προσπαθεί να δώσει νέα ζωή στα αρχαϊκά πρότυπα, στείρα και μάταιη προσπάθεια, ακόμα και στην εφήμερη αντίδραση προς την ελληνική επίδραση της εποχής των Αντωνίνων. Οι τελευταίοι εκπρόσωποι του ρωμαϊκού πνεύματος είναι ρήτορες, γραμματικοί και λόγιοι, όπως και οι Έλληνες σύγχρονοι τους: μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ο Αύλος Γέλλιος και μεταξύ των τελευταίων σοφιστών ο Απουλήιος.
Μέσα στο απέραντο πολιτικό οικοδόμημα –που μέχρι τον θάνατο του Τραϊανού (177) είχε κατά κάποιο τρόπο κατορθώσει να διατηρήσει, με την πίεση των βαρβάρων, την εξωτερική του όψη– από τον 1o αι. άρχισε να ξεπροβάλλει ένας νέος κόσμος, τόσο διατεθειμένος να δεχτεί και να παρηγορήσει τους δυσαρεστημένους, τους εξαθλιωμένους και τους πόνους τους, όσο και ικανός να προσαρμοστεί σε όλα τα περιβάλλοντα και να εισχωρήσει ακόμα και μέσα στη δομήτου πολιτικού συστήματος που επιζούσε: ο χριστιανισμός, τον οποίο ο Παύλος θα βγάλει από την απομόνωση στην οποία τον καταδίκαζε η εβραϊκή καταγωγή του, η δυσκολία της γλώσσας των ιερών βιβλίων του και η σκληρή καταδίωξη. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, η λατινική θα χρησιμοποιηθεί σε πολλά κείμενα και τελικά θα επιζήσει στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ο σταθμός Τέρμνι στο κέντρο της πόλης.
Ο ναός Τρινιτά ντέι Μόντι.
Άποψη κατακόμβης στη Ρώμη.
Τμήμα από τη Στήλη του Τραϊανού (αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα), που βρίσκεται στην ομώνυμη Αγορά της Ρώμης. Γύρω από τη στήλη εκτυλίσσεται ένα ανάγλυφο μήκους διακοσίων περίπου μέτρων, όπου απεικονίζονται τα σημαντικότερα επεισόδια από τις εκστρατείες του Ρωμαίου αυτοκράτορα εναντίον των Δακών.
Λεπτομέρεια από τοιχογραφία του Κάτω ναού του Αγίου Κλήμεντος στη Ρώμη, που απεικονίζει την Ανάληψη (9ος αιώνας).
Λατινική λογοτεχνία: η «Αινειάδα», που ο Βιργίλιος την έγραψε για να υποστηρίξει τη θεία καταγωγή του Αύγουστου και για να υμνήσει τα κατορθώματα του, θεωρήθηκε, όταν παρουσιάστηκε, ως το ανώτερο έργο όλης της λατινικής φιλολογίας. Εδώ, ο θάνατος της Αιδώς (βιβλίο Α) από κώδικα του 5ου αιώνα.
Ψηφιδωτό από την έπαυλη του Αδριανού που απεικονίζει αγροτικό και ποιμενικό τοπίο.
Στο φιλότεχνο επισκέπτη της Ρώμης, δίνεται η μοναδική ευκαιρία να θαυμάσει έργα όλων των περιόδων και τάσεων του μπαρόκ. Ένα απ’ αυτά, είναι το τμήμα αυτό του παρεκκλησίου του Λογιόλα, έργο του Αντρέα Πότσο, στην εκκλησία του Ιησού.
Στα ρωμαϊκά παρεκκλήσια υπάρχει πλήθος έργων τέχνης, που κινούν το θαυμασμό των περαστικών. Ένα απ’ αυτά είναι και η γλυπτική σύνθεση του Αντόνιο Ράτζι, που κοσμεί το παρεκκλήσι Αλαλέονα του ναού του των Άγιων Δομήνικου και Σίζτου.
Τμήμα της αριστοτεχνικής αρχιτεκτονικής διακόσμησης στο Καπιτώλιο της Ρώμης.
«Ο θρίαμβος της Αμφιτρίτης», τμήμα μωσαϊκού από τη Χαμίσα (Αλγερία), που άκμασε κατά την εποχή του Τραϊανού. Οι σκηνές από τη ζωή της θάλασσας είναι συχνό θέμα των ρωμαϊκών ψηφιδωτών στην Αφρική, στα οποία φαίνεται ζωηρή η ελληνιστική παράδοση. (Μουσείο της Γκέλμα)
Το υδραγωγείο της Ταραγκόνα στην Ισπανία, της εποχής του Αυγούστου.
Η ρωμαϊκή πόλη Τιμγκάντ στην Αλγερία.
Το τείχος που έκτισε στη Βρετανία ο Αδριανός (2ος αιώνας μ.Χ.).
«Ο θρίαμβος της Πίστης, η ήττα της Αίρεσης και η Αποθέωση του Άγιου Ρομουάλδου», τοιχογραφία του Πλατσίντο Κοστάντσι, έργο του 1727.
Το θέατρο της Σαμπράβας (Λιβύη), το μεγαλύτερο και καλύτερα σωζόμενο ρωμαϊκό θέατρο στην Αφρική.
Άποψη της Πιάτσα Βενέτσια (φωτ. ΑΠΕ).
Άποψη του Σταδίου των Μαρμάρων (φωτ. ΑΠΕ).
Η αυλή του Παλάτσο Άλτεμης που στεγάζει τη συλλογή αρχαίων αγαλμάτων του καρδινάλιου Λουντοβίζι (φωτ. ΑΠΕ).
Άποψη του παλατιού Ουφίτσι στη Ρώμη (φωτ. ΑΠΕ).
Το μαυσωλείο της Αγίας Κωνσταντίας του 4ου αιώνα μ.Χ.
Η ρωμαϊκή Αγορά, όπως σώζεται στις μέρες μας. Ανάμεσα στα ερείπια διακρίνεται η αψίδα του Σεπτίμιου Σεβήρου (203 μ.Χ.) και μπροστά οι τρεις κορινθιακού ρυθμού κολόνες του επιβλητικού ναού τον Κάστορα και του Πολυδεύκη, που είχε χτιστεί στην εποχή του αυτοκράτορα Αύγουστου.
Γενική άποψη του κέντρου της Ρώμης, που το διασχίζει ο ποταμός Τίβερης. Στη Ρώμη υπάρχουν πολλά μουσεία και πινακοθήκες και πλήθος μνημείων υψηλής στάθμης.
Η πλατεία του Καπιτωλίου με τη μορφή που της έδωσε ο Μιχαήλ Άγγελος.
Εξωτερική άποψη του Κολοσσαίου στη Ρώμη (φωτ. ΑΠΕ).
Γραμματόσημο απεικονίζει τη λύκαινα να ταΐζει τον Ρώμυλο και τον Ρέμο, σύμφωνα με τον μύθο για την ίδρυση της Ρώμης (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η, / Ῥώμη, ΝΜΑ
η σημερινή πρωτεύουσα τής Ιταλίας και κράτος τής αρχαιότητας το οποίο περιλάμβανε, εκτός από την ομώνυμη πόλη, την Ιταλία και ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. Rōma, που είναι πιθ. ετρουσκικής προελεύσεως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ρώμη — η Рим; ΦΡ. Νέα Ρώμη η Новый Рим – Константинополь как столица Восточно римской империи Πρεσβυτέρα Ρώμη Рим (Старый) – столица Римской империи …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ῥώμη — bodily strength fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμῃ — ῥώμη bodily strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ρώμη — η σωματική δύναμη, ευρωστία, και σε επέκταση ψυχική δύναμη, θάρρος: Στην περίσταση εκείνη έδειξε σημαντική ψυχική ρώμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥώμηι — ῥώμῃ , ῥώμη bodily strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μπρουμίδης, Κωνσταντίνος — (Ρώμη 1806 – Ουάσινγκτον 1880). Έλληνας ζωγράφος από Ιταλίδα μητέρα. Ο πατέρας του έφυγε από τα Φιλιατρά και πήγε στην Ιταλία για να αποφύγει τους διωγμούς των Τούρκων. Ο Μ. σπούδαζε ζωγραφική στην Ιταλία αλλά ταυτόχρονα πήρε μέρος στις εκεί… …   Dictionary of Greek

  • ῥώμαις — ῥώμη bodily strength fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμην — ῥώμη bodily strength fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥώμης — ῥώμη bodily strength fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.